Sunday, 21 June 2015

The Egg





The Egg
-by Andy Weir-

You were on your way home when you died.
It was a car accident. Nothing particularly remarkable, but fatal nonetheless. You left behind a wife and two children. It was a painless death. The EMTs tried their best to save you, but to no avail. Your body was so utterly shattered you were better off, trust me.
And that’s when you met me.
“What… what happened?” You asked. “Where am I?”
“You died,” I said, matter-of-factly. No point in mincing words.
“There was a… a truck and it was skidding…”
“Yup,” I said.
“I… I died?”
“Yup. But don’t feel bad about it. Everyone dies,” I said.
You looked around. There was nothingness. Just you and me. “What is this place?” You asked. “Is this the afterlife?”
“More or less,” I said.
“Are you god?” You asked.
“Yup,” I replied. “I’m God.”
“My kids… my wife,” you said.
“What about them?”
“Will they be all right?”
“That’s what I like to see,” I said. “You just died and your main concern is for your family. That’s good stuff right there.”
You looked at me with fascination. To you, I didn’t look like God. I just looked like some man. Or possibly a woman. Some vague authority figure, maybe. More of a grammar school teacher than the almighty.
“Don’t worry,” I said. “They’ll be fine. Your kids will remember you as perfect in every way. They didn’t have time to grow contempt for you. Your wife will cry on the outside, but will be secretly relieved. To be fair, your marriage was falling apart. If it’s any consolation, she’ll feel very guilty for feeling relieved.”
“Oh,” you said. “So what happens now? Do I go to heaven or hell or something?”
“Neither,” I said. “You’ll be reincarnated.”
“Ah,” you said. “So the Hindus were right,”
“All religions are right in their own way,” I said. “Walk with me.”
You followed along as we strode through the void. “Where are we going?”
“Nowhere in particular,” I said. “It’s just nice to walk while we talk.”
“So what’s the point, then?” You asked. “When I get reborn, I’ll just be a blank slate, right? A baby. So all my experiences and everything I did in this life won’t matter.”
“Not so!” I said. “You have within you all the knowledge and experiences of all your past lives. You just don’t remember them right now.”
I stopped walking and took you by the shoulders. “Your soul is more magnificent, beautiful, and gigantic than you can possibly imagine. A human mind can only contain a tiny fraction of what you are. It’s like sticking your finger in a glass of water to see if it’s hot or cold. You put a tiny part of yourself into the vessel, and when you bring it back out, you’ve gained all the experiences it had.
“You’ve been in a human for the last 48 years, so you haven’t stretched out yet and felt the rest of your immense consciousness. If we hung out here for long enough, you’d start remembering everything. But there’s no point to doing that between each life.”
“How many times have I been reincarnated, then?”
“Oh lots. Lots and lots. An in to lots of different lives.” I said. “This time around, you’ll be a Chinese peasant girl in 540 AD.”
“Wait, what?” You stammered. “You’re sending me back in time?”
“Well, I guess technically. Time, as you know it, only exists in your universe. Things are different where I come from.”
“Where you come from?” You said.
“Oh sure,” I explained “I come from somewhere. Somewhere else. And there are others like me. I know you’ll want to know what it’s like there, but honestly you wouldn’t understand.”
“Oh,” you said, a little let down. “But wait. If I get reincarnated to other places in time, I could have interacted with myself at some point.”
“Sure. Happens all the time. And with both lives only aware of their own lifespan you don’t even know it’s happening.”
“So what’s the point of it all?”
“Seriously?” I asked. “Seriously? You’re asking me for the meaning of life? Isn’t that a little stereotypical?”
“Well it’s a reasonable question,” you persisted.
I looked you in the eye. “The meaning of life, the reason I made this whole universe, is for you to mature.”
“You mean mankind? You want us to mature?”
“No, just you. I made this whole universe for you. With each new life you grow and mature and become a larger and greater intellect.”
“Just me? What about everyone else?”
“There is no one else,” I said. “In this universe, there’s just you and me.”
You stared blankly at me. “But all the people on earth…”
“All you. Different incarnations of you.”
“Wait. I’m everyone!?”
“Now you’re getting it,” I said, with a congratulatory slap on the back.
“I’m every human being who ever lived?”
“Or who will ever live, yes.”
“I’m Abraham Lincoln?”
“And you’re John Wilkes Booth, too,” I added.
“I’m Hitler?” You said, appalled.
“And you’re the millions he killed.”
“I’m Jesus?”
“And you’re everyone who followed him.”
You fell silent.
“Every time you victimized someone,” I said, “you were victimizing yourself. Every act of kindness you’ve done, you’ve done to yourself. Every happy and sad moment ever experienced by any human was, or will be, experienced by you.”
You thought for a long time.
“Why?” You asked me. “Why do all this?”
“Because someday, you will become like me. Because that’s what you are. You’re one of my kind. You’re my child.”
“Whoa,” you said, incredulous. “You mean I’m a god?”
“No. Not yet. You’re a fetus. You’re still growing. Once you’ve lived every human life throughout all time, you will have grown enough to be born.”
“So the whole universe,” you said, “it’s just…”
“An egg.” I answered. “Now it’s time for you to move on to your next life.”

And I sent you on your way.


              **********************************************







Το Αυγό
-του Andy Weir-


Ήσουν στο δρόμο της επιστροφής για το σπίτι, όταν σκοτώθηκες.
Αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Τίποτα το ιδιαίτερα ξεχωριστό, αλλά θανατηφόρο παρά ταύτα. Άφησες πίσω μια γυναίκα και δύο παιδιά. Ο θάνατός σου ήταν ανώδυνος και ακαριαίος. Οι διασώστες στο ασθενοφόρο έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν για να σε επαναφέρουν, αλλά μάταια. Έτσι κι αλλιώς, το σώμα σου ήταν τόσο στραπατσαρισμένο που καλύτερα που κατέληξαν έτσι τα πράγματα, πίστεψέ με.
Και τότε, με είδες μπροστά σου.
«Τι… τι έγινε;» Με ρώτησες. «Πού βρίσκομαι;»
«Έχεις πεθάνει», απάντησα, δεν είχε νόημα να μασάμε τα λόγια μας.
«Ήταν… ένα φορτηγό… ερχόταν με το πλάι…»
«Ναι, ναι, έτσι ακριβώς», σου είπα εγώ.
«Και… δηλαδή… πέθανα;»
«Ναι καλέ μου. Αλλά μην το παίρνεις κατάκαρδα. Όλοι πεθαίνουν»
Κοίταξες τριγύρω. Υπήρχε… το τίποτα. Μόνο εσύ κι εγώ.
«Και τώρα, τι είναι αυτό το μέρος; Πού βρισκόμαστε;» ρώτησες. «Εδώ είναι το “μετά θάνατον”;»
«Ε, ναι, πάνω-κάτω», σου απάντησα.
«Κι εσύ; Είσαι ο Θεός;»
«Μάλιστα. Είμαι ο Θεός»
«Τα παιδιά μου… η γυναίκα μου…» είπες με ανησυχία.
«Ναι, τι;»
«Θα είναι εντάξει;»
«Έτσι μπράβο, έτσι σε θέλω», σου είπα. «Ενώ μόλις πέθανες, εσύ ανησυχείς για την οικογένειά σου. Μου αρέσει αυτό, δείχνει ποιότητα»
Με κοίταξες εκστατικά. Στα μάτια σου, δεν ήμουν ακριβώς αυτό που είχες στο μυαλό σου σαν εικόνα για τον Θεό. Φαινόμουν απλά σαν κάποιος άλλος άντρας. Ή γυναίκα. Ή κάποιος που φαινόταν να έχει μια κάποια σχετική εξουσία. Κάτι σαν δάσκαλος στο σχολείο, αλλά σίγουρα όχι αυτό που λέμε Θεός.
«Μην ανησυχείς», σε διαβεβαίωσα. «Θα είναι όλοι μια χαρά. Τα παιδιά σου θα σε μυθοποιήσουν και θα σε θυμούνται για πάντα τέλειο σε όλα. Ήταν σχετικά μικρά και δεν είχαν προλάβει να σε αντιπαθήσουν. Η γυναίκα σου θα κλάψει, αλλά θα είναι επιφανειακό. Στην πραγματικότητα, θα αισθάνεται ανακούφιση. Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, ο γάμος σας πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Αν σε κάνει να αισθάνεσαι καλύτερα πάντως, να ξέρεις ότι θα έχει πολλές τύψεις για το ότι θα αισθάνεται ανακούφιση»
«Α…», σου βγήκε μηχανικά, με λίγο δύσπιστο ύφος. «Και τώρα τι γίνεται; Θα πρέπει να αποφασίσεις εάν θα πάω στον παράδεισο ή στην κόλαση;»
«Μπα, ούτε το ένα, ούτε το άλλο», σου απάντησα χαλαρά. «Πας πίσω, θα μετενσαρκωθείς»
«Τι λες τώρα! Δηλαδή οι Ινδουιστές είχαν δίκιο;»
«Όλες οι θρησκείες έχουν δίκιο, η κάθε μία με τον δικό της τρόπο», είπα συγκαταβατικά. «Περπάτησε μαζί μου»
Άρχισες να περπατάς δίπλα μου, μέσα σε έναν χώρο χωρίς ξεκάθαρο σχήμα. Με ρώτησες, «Πού πηγαίνουμε;»
«Πουθενά συγκεκριμένα», απάντησα. «Απλά είναι ωραίο να περπατάμε ενώ συζητάμε»
«Και δε μου λες…», στάθηκες για λίγο. «Ποιο το νόημα τότε; Όταν ξαναγεννηθώ, θα αρχίσω από μια λευκή κόλλα χαρτί, σωστά; Από βρέφος. Άρα όλες μου οι εμπειρίες και οτιδήποτε έχω κάνει στη ζωή μου, δεν θα έχουν σημασία»
«Όχι ακριβώς», σου απάντησα και ξεκίνησα πάλι να περπατάω. «Έχεις μέσα σου τη γνώση και την πείρα που έχεις μαζέψει από όλες τις προηγούμενες ζωές σου. Απλά δεν το θυμάσαι αυτή τη στιγμή»
Σταμάτησα να περπατάω, γύρισα προς το μέρος σου με σοβαρό ύφος και σε έπιασα από τους ώμους.
«Δεν έχεις ιδέα τι είναι πραγματικά αυτό που έχεις συνηθίσει να αποκαλείς ψυχή. Η ψυχή σου είναι πολύ πιο μεγαλοπρεπής, πιο όμορφη και πιο εκτενής από οτιδήποτε θα μπορούσες ποτέ να φανταστείς. Το ανθρώπινο μυαλό μπορεί να συλλάβει μόνο ένα κλάσμα από αυτό που είσαι στην πραγματικότητα. Η ζωή που έζησες ήταν σαν να βουτάς την άκρη από το δάκτυλό σου σε ένα ποτήρι νερό, για να δεις αν είναι ζεστό ή κρύο. Δεν μπορείς, ούτε χρειάζεται να μπεις ολόκληρος μέσα στο ποτήρι. Βάζεις ένα μικρό μόνο μέρος του εαυτού σου, την άκρη του δακτύλου σου, και, όταν το τραβήξεις πίσω, έχεις αποκτήσει όλες τις εμπειρίες και τις πληροφορίες που εκείνο μάζεψε»
Σε κοίταξα με νόημα και σου είπα, «Έζησες τα τελευταία 48 χρόνια με τη μορφή ενός ανθρώπινου όντος· δικαιολογημένα ακόμα δεν έχεις ξεμουδιάσει αρκετά, για να αρχίσει να επανέρχεται η απέραντη συνείδησή σου. Αν έμενες αρκετά εδώ που είμαστε, θα άρχιζες σιγά-σιγά να θυμάσαι. Αλλά αυτό δεν έχει νόημα να γίνεται στο μεσοδιάστημα από την κάθε μία ζωή στην επόμενη»
«Και δηλαδή, πόσες φορές έχω μετενσαρκωθεί; Πόσες ζωές έχω ζήσει;»
«Α, πολλές. Πάρα-πάρα πολλές. Πολλές και διαφορετικές μάλιστα», απάντησα χαμογελώντας. «Αυτή τη φορά, για παράδειγμα, θα γυρίσεις πίσω ως μια Κινέζα χωριατοπούλα που γεννήθηκε το 520 μετά Χριστόν»
«Ώπα, ώπα, περίμενε! Τι μου λες τώρα;», γύρισες ξαφνιασμένος. «Θα με στείλεις πίσω στο χρόνο;»
«Ναι, αν θέλεις να το βλέπεις έτσι. Βέβαια, ο χρόνος, όπως τον έχεις βιώσει εσύ, υπάρχει μόνο μέσα στο σύμπαν που ζεις. Τα πράγματα είναι διαφορετικά εκεί απ’ όπου έρχομαι»
«Εκεί απ’ όπου έρχεσαι;», ρώτησες και με κοίταξες πραγματικά μπερδεμένος.
«Μα φυσικά», άρχισα να σου εξηγώ. «Από εκεί που έρχομαι. Έρχομαι από κάπου αλλού. Και υπάρχουν και άλλοι σαν εμένα εκεί. Ξέρω ότι θα ήθελες να μάθεις τι είναι και πώς είναι, όμως, αλήθεια σου λέω, δεν θα καταλάβαινες»
«Αλλά…», αποκρίθηκες, εμφανώς απογοητευμένος. «Αλλά, περίμενε. Εάν μετενσαρκώνομαι σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, θα μπορούσα κάποια φορά να πέσω πάνω σε μια άλλη μου μετενσάρκωση!»
«Ναι, φυσικά. Συμβαίνει συνεχώς», σου απάντησα. «Και κάθε ζωή έχει επίγνωση μόνο της δικής της πορείας, χωρίς να έχει ιδέα για το τι άλλο συμβαίνει»
«Μα τότε, ποιο είναι το νόημα;»
«Σοβαρά; Με ρωτάς ποιο είναι το νόημα της ζωής; Υπάρχει πιο κοινότοπη ερώτηση;»
«Κοινότοπη ή όχι, είναι μια πολύ λογική ερώτηση, νομίζω», επέμεινες.
Σε κοίταξα κατάματα και σου είπα, «Το νόημα της ζωής, ο λόγος που δημιούργησα όλο αυτό το σύμπαν, είναι για να ωριμάσεις»
«Εννοείς την ανθρωπότητα; Για να ωριμάσει το ανθρώπινο είδος;»
«Όχι, εννοώ εσένα. Μόνο εσένα. Έφτιαξα το σύμπαν για εσένα. Με κάθε νέα ζωή, εξελίσσεσαι, ωριμάζεις και γίνεσαι μια όλο και πιο αναπτυγμένη οντότητα»
Με κοίταξες με κενό βλέμμα. «Μόνο για μένα; Και όλα τα δισεκατομμύρια ανθρώπων πάνω στη Γη;»
«Είναι όλοι εσύ. Διαφορετικές ενσαρκώσεις, δικές σου»
«Τι εννοείς; Είμαι οι πάντες;»
«Τώρα μπαίνεις στο νόημα!», σου είπα επιδοκιμαστικά, χτυπώντας σε απαλά στην πλάτη.
«Σε ξαναρωτάω. Εγώ ο ίδιος, είμαι όλοι οι άνθρωποι που έχουν υπάρξει ποτέ;»
«Και που πρόκειται ποτέ να υπάρξουν»
«Είμαι ο Λεωνίδας στις Θερμοπύλες;»
«Ναι, και ο Εφιάλτης, επίσης»
«Είμαι ο Χίτλερ;»
«Και τα εκατομμύρα ανθρώπων που σκότωσε»
«Είμαι ο Ιησούς;»
«Και ο καθένας από τους ακολούθους και τους διώκτες του»
Σταμάτησες να μιλάς…
«Κάθε φορά που κακοποίησες κάποιον», σου είπα, «…έβλαψες τον εαυτό σου. Κάθε πράξη καλοσύνης που έχεις κάνει, την έχεις κάνει προς τον εαυτό σου. Κάθε στιγμή ευτυχίας ή δυστυχίας που έχει βιώσει ο κάθε άνθρωπος, είναι ή θα γίνει δική σου εμπειρία»
Έμεινες βυθισμένος στις σκέψεις σου για πολλή ώρα. «Δε γίνεται αυτό που λες», είπες τελικά.
«Γίνεται, και θα σου δώσω ένα απλό παράδειγμα. Θυμάσαι αυτό που είπαμε για το ποτήρι με το νερό;»
«Ναι, οκ, αυτό ήταν εύκολο»
«Ωραία, τώρα αντί για ποτήρι, σκέψου μια μπανιέρα. Και σκέψου ότι βάζεις όλα σου τα ακροδάκτυλα μέσα στο νερό. Αν κάποιος παρατηρεί απ’ έξω, πόσους ανθρώπους βλέπει;»
«Έναν»
«Εάν όμως κάποιος είναι μέσα στο νερό, τι βλέπει;»
«Δέκα δάκτυλα, σε έπιασα»
«Ακριβώς. Κάθε ένα νοήμον πλάσμα στο σύμπαν είναι ένα ακροδάκτυλο που έχεις βουτήξει μέσα στο χωροχρονικό συνεχές, όπως το λέτε»
«Γιατί;» ρώτησες εμφατικά. «Γιατί να το κάνεις όλο αυτό;»
«Επειδή, μια μέρα, θα γίνεις όπως εγώ. Επειδή αυτή είναι η φύση σου. Είσαι του είδους μου. Είσαι παιδί μου»
«Τι;» αναφώνησες έκπληκτος. «Εννοείς ότι είμαι ένας θεός;»
«Όχι… Όχι ακόμα. Τώρα είσαι ένα έμβρυο. Ακόμα εκκολάπτεσαι. Όταν θα έχεις βιώσει κάθε μια νοήμονα ζωή μέσα σε όλο το χρόνο του σύμπαντος, τότε θα έχεις αναπτυχθεί αρκετά για να… γεννηθείς»
«Δηλαδή, το σύμπαν είναι ένα…»
«Το σύμπαν είναι ένα αυγό», σε έκοψα. «Και τώρα είναι καιρός να προχωρήσεις στην επόμενη ζωή σου»
Και σε έστειλα στο δρόμο σου.




                             

The Antlers - Kettering


4 comments:

  1. Ανατρίχιασα! Καλημέρα κορίτσι μου!

    ReplyDelete
    Replies
    1. Καλημέρααααααα! :)
      Όμορφη μέρα. Να δίνουμε ευλογίες που είμαστε ζωντανοί.
      Χαίρομαι που σου αρέσουν τα κείμενα αυτά.
      Πολλά φιλιά xxxx

      Delete