Friday, 5 August 2016

Τελικά, έφυα!




Επεριδιάβαζα μες τον μπλόγκερ μετά που πολύ πολύ τζιαιρό τζιαι έπεσα πας το τελευταίο ποστ της Πρασινάδας. Η Πρασινάδα ήταν που τους πρώτους μπλόγκερ που άρκεψα να θκιαβάζω τζιαι θυμούμαι ότι 5 χρόνια πριν (απαναϊτσα μου ήνταλόις επέρασεν ο τζιαιρός α! Μεγαλώνουμε...) ότι στην κυριολεξία εκατάπια το μπλόγκ της.

Τον τζιαιρό τζίνο έτυχε να είμαι τζιαι σε μια πολλά τοξική σχέση, ήταν τζιαι η πρώτη μου τζιαι εν ήξερα πως να αντιμετωπίσω καταστάσεις , σόου ήβρα το γράψιμο. Τζιαι εδούλεψε. Για αρκετό καιρό, άρεσκε μου να γράφω ακόμα τζιαι αν ελάλουν τζιαι βλακείες. Εκράταν με, πως να το πω, σώας στας φρένας.

Τζιαι κάπως έτσι, έγραφα σχεδόν συνέχεια που το 2011-2015. Κάπου στο 2015 αραίωσα αρκετά τζιαι στα μέσα του χρόνου, λόγω συκγυριών τζιαι βαρεμάρας, εσταμάτησα. Η μια εφτομάδα έγινε μήνας, τζιαι ο μήνας έγινε εξάμηνο, τζιαι το εξάμηνο έγινε χρόνος τζιαι.

Πέρσι έτσι τζιαιρό έφυα που τους Ρώσους που εδούλεφκα, γιατί μπέττερ μπιλίβ ιτ ορ νοτ, είχαν με απλήρωτη για κανά 3μηνό. Σόου έτσι επήρα την σκληρή απόφαση να φύω εξαναγκαστηκά που την δουλειά μου τζιαι να κάτσω άνεργη. Τζιαι όσα θα έπιανα που το ανεργιακό, θα τα εφύλαγα για να φύω επιτέλους που τη νήσο τζιαι να επαναπατριστώ εις την μάδερ Ίνγκλαντ. Καλά ήντα μάδερ, γκράντμάδερ αλλά τέσπα.

Μες σε τούντους 8-9 μήνες άνεργη ετύχαν τζιαι μερικές ιατρικές αναποθκιές σε πολλά στενά μου οικογενειακά άτομα, τη μάμα μου τζιαι την ξαδέλφη μου ττου μπι ιξάκτ. Η μάμα μου αρώστησε ξαφνικά στις αρχές τους Γενάρη με νεκρωτική παγκρεατίτιδα. Τι εστί τούτο; Τούτο σημαίνει πολλά. Τζιαι επικύνδυνα. Αλλά ο Θεός εν με το μέρος μας τζιαι παλέφκουμε το. Τζίνη παραπάνω.

Άλλος ένας γουόριορ στην οικογένεια εν η κάζιν. Η κάζιν εν «αρρώστησε» με την συμβατική έννοια, «ού πονώ τζιαι πιένω στο νοσκομείο τζιαι σάζουν με στο πι και φι». Το ιατρικό θέμα της κάζιν επήρε παραπάνω καιρό να εξελιχτεί για να καταλάβουμε με τι έχουμε να κάμουμε. Που τη μια ήταν το ξερύθμισμα του θυροειδή, ύστερα ήρτε να μας έβρει το νευρολογικό μετά που κάποια επεισόδια που εσυμβήκαν για να μάθουμε ότι βασικά τζιαι με απλά λόγια παίζει εστιακή επιληψία. Ακόμα ένα πράμα που εν είχα ιδέα τι στο καλό ήταν αλλά έμαθα δυστυχώς. Αλλά ήβραμε το. Τζιαι παλέφκουμε το. Πάλε τζίνη πιο πολλά.

Τζιαι για τις θκιο τούντες γυναίκες εν ένας αγώνας σε εξέλιξη, τζιαι εν τόσο δυνατές μέσα στην αρρώσκια τους, που με γονατίζει καμιά φορά το πως έχουν την δύναμη τζιαι το κουράγιο να προχωρούν. Τζιαι τούτο δια μου δύναμη, θέληση τζιαι το μοτιβέισhον να συνεχίσω.

Τζιαι όπως ανάφερα. Εν φοούμαι. Εν δύσκολα, εν θα σας πω ψέματα, αλλά έχουμε το Θεό μαζί μας. Τζιαι άμαν εν ο Θεός τζιαι ο Κρίσhνα στο πλευρό σου μπορείς να καταφέρεις το οτιδήποτε.

Τζιαι γιατί λαλώ τζιαι ο Κρίσhνα; Επειδή ήβρα τον.

Τζιαι τωρά έρκεται το ζουμί της ιστορίας μου. Μιας τζιαι είμαι η ηρωίδα της δικής μου ζωής τζιαι ιστορίας, ας σας μιλήσω τζιαι για μένα. Θα σας πω τα νέα μου πέραν του ρόλου νοσοκόμας/εμψυχώτριας που ανάλαβα την τελευταία χρονιά.

Μέσα στην πίεση τζιαι το άγχος, τζιαι αφού κάπου τα σχέδια μου για να πάω Κάρντιφ αντί Λονδίνο εναυαγήσαν με πολλά δραματικό τρόπο βέρι έρλι ον, αποφάσισα να ξαναμετακομίσω στα αγαπητό πλυν μουντό Λονδίνο. Ακόμα παραμένει αγαπητό, ακόμα παραμένει μουντό.

Έφυα λοιπόν με βαριά καρδιά που την νήσον τζιαι άφηκα πίσω το παιδί μου (την Άριελ – που παλέφκω να την φέρω σύντομα κοντά μου), τη μάμα μου τζιαι την κάζιν. Τα 3 άτομα στο κόσμο που αγαπώ όσο τίποτε άλλο...τζιαι με τις ευχές τους εκίνησα για την μάδερ Ίνγκλαντ, μη ξέροντας τι με περιμένει.

Έφτασα δακάτω στις 4 του Απρίλη...μέσα σε θκιο μέρες έπιασα καινούργιο άι-φόουν 5ς γιατί το παλιό μου έφτυσε τα τζιαι εχρειάζουμουν ενα τζιαινούρκο για να μπορέσω να τηλεφωνώ για δουλειές. Την 4η ημέρα εβρέθηκα με έναν φίλο μου, το Βελγούδι, που ήσhε μετακομίσει τζιαι τζίνος εις τας Λονδίνας μερικούς μήνες πριν τζιαι εδούλεφκε σε μια αλυσίδα γνωστών ξενοδοχείων σαν food and beverage assistant supervisor ή κάτι τέθκοια τέλος πάντων.

[Εξίασα να σας αναφέρω ότι το τηλέφωνω εγόρασα το που έναν τυπά που το Gumtree – τζιαι εβρεθήκαμε για να το πιάσω – 2ο σhέρι φυσικά – τζιαι λίο μετά που το έπιασα τζιαι επίενα σπίτι με το καινούργιο μου τηλεφωνούδι, το 1ο μήνυμα που έλαβα ήταν που τζίνον να μου ζητά να φκούμε για ποτό. Εδέχτηκα. Εφκύκαμε το Σάββατο την νύχτα – θα εφκέναμε την Παρασκευή – μπατ λάιφ γκοτ ιν δε γουέι – με τούτον τελικά τίποτε εν έγινε, έπαιξε ένα φιλί, αλλά εν υπήρχε τζιαι ιδιαίτερη χημεία τζιαι σύνδεση τζιαι το θέμα εξεθώριασε πολλά γλίορα – μέσα σε μιαν εφτομάδα βασικά]

Την 5η μέρα που λέτε, έκατσα τον κώλο μου κάτω τζιαι άρκεψα να κάμνω αιτήσεις για δουλειές. Μαζί με το «κλικ-η αίτηση σας έχει σταλεί» έσυρα τζιαι ένα γερό κλάμα γιατί επεθυμούσα πολλά το μωρό μου. Μες την απόγνωση τζιαι το κλάμα της 1η μέρας των αιτήσεων, λαμβάνω ένα τηλεφώνημα το ίδιο απόγευμα για να πάω για ίντερβιου σε μια δουλειά το ίδιο απόγευμα για πωλήσεις. Αν τζιαι εξίνησα νάκκο γιατί δεν μου αρέσκουν οι πωλήσεις, εντύθηκα μάνι μάνι, το ίντερβιου ήταν τζιαι πάνω κάτω καμιά ώρα με τα μέσα μαζικής συγκοινωνίας τζιαι επία.

Έφτασα αργά στο ίντερβιου, το οποίο εδιάρκησε με το ρολόι 7 λεπτά τζιαι επροσλάβαν με ράιτ δέαρ εντ δεν. Που φυσικά σημαίνει ότι κάποιο αήπι θα ήσhε αλλά επειδή ήθελα να έχω αμέσως κάποια έσοδα εδέχτηκα τζιαι όπου με φκάλει.

Τζιαι ο δρόμος της δουλειάς έφκαλε με στον Krishna, κατά μιαν ευρύτερη έννοια.

Την 1η μου μέρα, έφτασα πιο γλίορα απ’ ότι έπρεπε στην δουλειά, μιας τζιαι είχα άγχος επειδή είχα είχα αρκήσει στη συνέντευξη, σόου για να δείξω πρόσωπο έφτασα πιο νωρίς. Η ρεσεψιονίστ οδήγησε με στο γραφείο που θα έκαμνα εκπαίδευση για θκιο βδομάδες. Τζιαι μετά που κανά πεντάλεπτο αγωνίας εμπήκε μέσα ο Στέφανος, ας τον ονομάσομε όμως Τζάκσον.

Ξέρεις πως είναι άμαν συναντήσεις κάποιον τζιαι απλά εν σάννα τζιαι ούλο το σύμπαν εσυνομώτισε για να γίνει τζίνη η συνάντηση; Λες τζιαι οι πλανήτες ευθυγραμμιστήκαν τόσο τέλεια που απλά ήταν αδύνατο να αγνοήσεις την σημασία μιας συνάντησης. Κάπως έτσι έγινε τζιαι με τον Τζάκσον.

Ο Τζάκσον εμπήκε χαρωπός χαρωπός μες το δωμάτιο, εσυστηθήκαμε, έκατσε κάτω τζιαι άρκεψε να ξεχωρίζει τα φυλλάδια για την εκπαίδευση μας – θα ήμουν εγώ τζιαι άλλα θκιο άτομα. Τζιαι επροσφέρθηκα να τον βοηθήσω να τα βάλει σε σειρά. Τζιαι αρκέψαμε να μιλούμε. Αμέσως εκατάλαβα ότι είχαμε μιαν σύνδεση. Νοητική τζιαι πνευματική. Τζιαι τούτο εξελίχθηκε σε ένα καθημερινό διάλογο πνευμάτων τζιαι έξυπνων αστείων. Εταιρκάξαμε σε τόσα πολλά που ήταν τρομαχτικό κάποιες φορές.

Υπήρξαν πολλές φάσεις κατά την διάρκεια της εκπαίδευσης που αλληλοθωρκούμαστουν τζιαι αναρρωθκιούμαστουν ο ένας για τον άλλον πόθεν ήρτε, ποιός ανέμος τον έφερε προς το μέρος του. Η εκπαίδευση για τις πωλήσεις επίενε πολλά καλά. Τόσο καλά που αποφάσισε ότι η εκπαίδευση μας θα ετέλιωνε μιαν ώρα πιο νωρίς – βασικά ανάμιση μέρα πιο νωρίς για την ακρίβεια. Τζιαι δεν έσhετε ιδέα πόσο λυπημένη ήμουν που θα έφεφκα που το δωμάτιο του Τζάκσον. Η διδασκαλία του ήταν καλύτερη τζιαι που πανεπιστήμιο. Πιο χαλαρό τζιαι μεταδοτικό άνθρωπο εν εξαναγνώρισα.

Ήρτε μιαν ημέρα μέσα τζιαι εν ήταν καλά τζιαι εζήτησε μου αγκαλιά. Μιας τζιαι ήμουν τζιαι φρεσκονεοφερμένη τζιαι μακριά που τα δικά μου άτομα, έσφυξα τον μες τες αγκάλες μου για κανά πεντάλεπτο. Τζιαι κάθε μέρα έφεφκα που την δουλειά τζιαι επερπατούσαμε μαζί στην στάση του λεοφωρίου. Τζιαι πριν να με ποσhερετήσει πάντα αγκάλιαζε με. Τζιαι επίενα σπίτι τζιαι εμίλουν που το φέιςμπουκ μέσεντζερ με την κάζιν τζιαι τη μάδερ για τον Τζάκσον για καμιάν ώρα κάθε μέρα. Ο Τζάκσον είπε τζίνο, ο Τζάκσον είπε το άλλο. Ο Τζάκσον εχαμογέλασε με το τάδε πράμα που είπα, ο Τζάκσον άτζιξε με. Τζιαι κάπως έτσι, επεράσαν οι θκιο πρώτες εφτομάδες της εκπαίδευσης μου.

Τζιαι μετά ήρταν τα δύσκολα. Έστειλε μας στο floor μαζί με όλους του άλλους που εκάμναν πωλήσεις. Επλησιάζαν τζιαι τα γενέθλια του τζιαι εσχεδίαζα να του κάμω κάτι μικρό για δωράκι τζιαι μιαν ακριβή Black Forest Cake που το Patisserie Valerie (όσοι ήσασταν ποττέ Αγγλία θα ξέρετε ότι εν που τα πιο καλά ζαχαροπλαστεία δακάτω). Ήμουν αποφασισμένη να τον κάμω να χαμογελά όσο εμπορούσα. Όπως εκαταλάβετε, ήμουν ήδη τσιμπημένη. Ακόμα εν είχα έρτει, τζιαι ήβρε με ο φτερωτός.

Οι πλανήτες  μπορεί να εθυγραμιστήκαν αλλά είχαν άλλα σχέδια...βασικά, είχαν το δικό τους σχέδιο (μόδας, τζιαι τι μόδα).

26 Απριλίου, 8.33π.μ.– Είμαι στην κουζίνα της δουλειάς μαζί με τη Σομαλί συν-εκπαιδευόμενη μου τζιαι εσυζητούσαμε. Μπαίνει φουριόζος ο Τζάκσον μέσα τζιαι λαλεί πολλά δυνατά προς εμένα “I love this woman”, τζιαι δείχνει με εμένα [Σημείωση: Είσhε μου δόκει το ipod του να του βάλω τραούθκια, γιατί ήσhε καμπόσες πελλάρες πάνω, τζιαι είχα προσφερθεί να του βάλω τραούθκια, τζιαι είχα του το δόκει την προηγούμενη μέρα, αφότου το είχα κρατήσει ένα ολόκληρο σ/κ.] Έρκεται προς το μέρος μου τζιαι αμέσως αγκαλιάζει με, τζιαι λαλεί μου “oh my good, I love your taste, you get so deep, and so dark and yet so fun too”. Ναι, παραδέχουμαι το. My inner goddess εχόρεφκε με τα πομ-πομς της τζίντην ώρα. Εχάρηκα που είδε το «βάθος» μου μέσα που την επιλογή των τραουθκιών που του έβαλα.

27 Απριλίου – Στο τέλος της ημέρας, επερπατούσα με τον Τζάκσον στη στάση του λεοφωρίου, τζιαι ήβρα επιτέλους το κουράγιο να του ζητήσω το τηλέφωνο του μερικές ημέρες πριν. Λιο πριν ποσhερετηστούμε, άρκεψε τζιαι ερώταν με που εμείνισκα τζιαι ποιές ήταν οι συνθήκες διαβίωσης μου. Είπα του ότι προς το παρόν εμείνισκα σε μια φίλη μου τζιαι επλήρωνα πολλά χαμηλό ενοίκιο τζιαι ότι θα έπρεπε να μετακομίσω αλλού προς το τέλος του Ιούνη γιατί η φίλη μου θα το ανακαίνιζε το σπίτι σόου θα έπρπε να έβρω αλλού να μείνω. Βασικά, έδειξε να ανησυχεί λίο για την αβεβαιώτητα που με περιτυγύριζε, αλλά εγώ ελάλουν του, μεν αγχώνεσε, κάτι θα βρεθεί, ο Θεός εν μεγάλος.

[Να σημειώσω μερικά πράματα για τον Τζάκσον. Ο Τζάκσον εν 49 χρονών, είναι από Τζαμαϊκανής καταγωγής – μαυριτανός δηλαδή – έτσι τον λαλώ εγώ – αλλά εν γεννημένος, αναγιομένος στο Κέιμπριτζ τζιαι εν σπουδασμένος Business Law – όι πως με κόφτει αν εν σπουδασμένος ή όι – έτσι τζι’ αλλιως εν πανέξυπνος τζιαι χωρίς να το αποδυκνύει ένα χαρτί. Έχει μια αδελφή, αλλά που άλλο παπά, η οποία επέθανε ξαφνικά πέρσυ που ανεύρισμα σε νεαρή σχετικά ηλικία (45) τζιαι η μάμα του ζει στην Νέα Υόρκη τωρά μαζί με τους θκιο γιούδες της αρφής του. Ο ίδιος έσhιει μια κόρη 18 χρονών, τζιαι η σχέση τους εν κάπως τεταμένη, αλλά προσπαθεί να την ξαναπροσεγγίσει σιγά σιγά.]

27 Απριλίου – αργά το βράδυ, στέλνω ένα «ψαγμένο» απόφθεγμα που τον Rumi στον Τζάκσον. Εν απαντά αμέσως. Λαμβάνω ένα μήνυμα το πρωί “You feed me x”. Ήσhε το στείλει μετά τα μεσάνυχτα.

28 Απριλίου – πάω δουλειά, αλλά άφαντος ο Τζάκσον. Λαλώ, όκεϊ, μπορεί να εν άρρωστος. Είσhε μου αναφέρει ένιγουεϊ ότι την προηγούμενη θα έφκενε έξω με κάτι «φίλους» του που ήρταν «άουτ οφ τάουν». Περνά πολλά βαρετά η μέρα στη δουλειά.

29 Απριλίου (Μ. Παρασκευή) – πάω δουλειά, ακόμα εν άφαντος ο Τζάκσον. Άρκεψα να ανησυχώ. Ρωτώ την Σομαλί αν εν σωστό να του στείλω κανένα μήνυμα να δω αν εν καλά. Τζίνη είπε μου όι, ότι εν ανπροφέσιοναλ. Η καρκιά εν καταλάβει που το τι εν «επαγγελματικό» τζιαι τι εν έννι. Σόου έστειλα ένα πολλά απλό μήνυμα τύπου “hey, τι κάμνεις, είσαι καλά; Λετ μι νόου αν θέλεις τίποτε τζιαι περαστικά σου». Εν λαμβάνω απάντηση. Πιένω εκκλησία την νύχτα τζιαι σε ούλον τον επιτάφιο, το μόνο που σκέφτομαι εν τζίνος. Φυσικά. Είμαι νευριασμένη. Με εμένα παραπάνω, γιατί ένιωσα εκτεθημένη. Αλλά άτε, σιγά, τι ήσhε να κάμω. Εσυνέχισα με την ζωή μου.

30 Απριλίου, 8.45π.μ. – λαμβάνω μήνυμα που τον Τζάκσον. Ένα αρκετά «σκοτεινό» μήνυμα. Εσύγχησε με προς στιγμής. «Γεια σου Λου, εν με πετυγχαίνεις σε καθόλου καλή κατάσταση της ζωής μου. Ούλα εν σκατά τζιαι τίποτε εν πάει καλά. Είμαι στην απόλυτη απόγνωση.» Εγώ παγώνω. Καλά, τι απαντάς σε κάτι τέθκοιο; Μεν ξεχνάτε...είμαι σε μια νέα δουλειά, εν ανώτερος μου, εν ένας άνθρωπος που ήδη νιώθω τόσο έντονα για τζίνον, αλλά παρ’ όλα αυτά μου είναι άγνωστος...τι του απαντώ...; Απάντησα το εξής: “εκατάλαβα το ότι κάτι επίενε ‘χ’ Τζάκσον. Είμαι δαμέ αν θέλεις να μιλήσεις. Να είσαι καλά μόνο...» Τζιαι πιάνει με τηλέφωνο...Τζιαι τζιαμέ άρχισε η ζωή μου όλη...

Ο Τζάκσον μου αποκάλυψε την πάλη του με τα ναρκωτικά. Έκαμνε χρήση που τον τζιαιρό που ήταν έφηβος, τζιαι ήταν ον-οφφ σε τριτμεντ που το 2001 χωρίς να τα καταφέρει ούτε μια φορά να καθαρίσει για παραπάνω που μήνα [με εξαίρεση μια φορά που επίε σε ένα treatment centre για 6 μήνες, τζιαι ήταν στην απόλυτη απομώνοση]. Καθόλη τη διάρκεια της κουβέντας μας τζίνο το πρωινό, είχα παγώσει, που το πόνο που άκουα στη φωνή του, την απόλυτη απόγνωση που ένιωθε. Όταν επροτωγνώρισα τον Τζάκσον, ήταν λες τζιαι ένιωθα ούλα όσα ένιωθε. Τόσο πολλά συνδεδεμένη ένιωθα με τούντον άνθρωπο. Τζιαι τωρά ο πόνος του είσhε γίνει δικός μου.

Εγύρισα τζιαι είπα του το εξής... «εν ξέρω πως λειτουργεί το ζήτημα, αλλά, έσhει κανένα μίτινγκ στο οποίο μπορείς να πάεις, λάικ σήμερα, τωρά...;» Εσηκώθηκε πάνω, επλύθηκε, εντύθηκε τζιαι είπα του ότι θα επίενα να τον δω μετά το μίτινγκ του. Είσhε δόκει ούλο το μισθό του [είχαμε πληρωθεί στις 28/04] πας τα ναρκωτικά, τζιαι ήσhε μείνει ταπί. Τζιαι θα επίενα να τον έβρω στο νότιο Λονδίνο. Η καρδία μου, σε ούλην την διαδρομή εχτύπαν λες τζιαι ήσhε να πεταχτεί πόξω. Εφοούμουν τόσο πολλά. Εν είχα ιδέα πως να αντιμετωπίσω την όλη κατάσταση ή τι θα του έλεα που θα τον έβλεπα. Το μόνο που ήξερα, ήταν ότι έπρεπε κάπως, με κάποιο τρόπο να τον βοηθήσω.

Εβρεθήκαμε τελικά. Επερίμενα τον πόξω που το μίτινγκ του. ΝΑ – ανώνυμοι ναρκωμανείς. Μόλις με είδε έδοκε μου μιαν μεγάλη αγκαλιά, τόσο μεγάλη που σχεδόν να τρίξουν τα κόκκαλα μου. Εμπήκε μέσα, έκαμε το μίτινγκ του. Επήρα τον να πιάσει κάτι να φάει στο σούπερ-μάρκετ μετά. Ήταν άυπνος, τζιαι καταπεινασμένος.

Εν του έδοκα λεφτά. Αλλά έδοκα του τον χρόνο μου τζιαι την φροντίδα μου. Επεράσαμε ούλη τη μέρα μαζί, περπατώντας σχεδόν σε ούλο το Ν. Λονδίνο. Σε μια φάση, έπιασε μου το σhέρι για να περάσουμε το δρόμο τζιαι επεταχτήκαν τζίνες οι πεταλούδες μες το στομάσhι μου. Λες τζιαι ήταν ότι πιο φυσικό το να κρατιούμαστε χεράκι-χεράκι.

Κάπου μες την διαδρομή μας εβρεθήκαμε στο πάρκο της γειτονιάς του – η περιοχή του ονομάζεται Battersea τζιαι είναι προς την κάτω μεριά του Τάμεση. Είχα δουλέψει ένα φεγγάρι σε τζίνη την περιοχή το 2009, ένα-θκιο δρόμους πιο κάτω που το σπίτι του. Φανταστείτε τι διαβολική σύμπτωση όμως.

Άμα είναι να γίνει κάτι, θα γυρίσει ο κόσμος ανάποδα να γίνει. Αλλά ας συνεχίσω...

Το ειδύλλιο συνεχίζετε. Ναι είχαμε χημεία. Επερπατούσαμε, εμιλούσαμε με τις ώρες. Ήταν λες τζιαι εν υπήρξε καν το γεγονός ότι πριν μερικές ώρες ήταν στην απόλυτη απόγνωση έτοιμος να τα τελειώσει όλα. Τωρά επερπατούσαμε στο πάρκο τζιαι εθωρούσαμε ο ένας τον άλλο σαν καραμελωμένα μήλα. Τζιαι σε μια φάση γυρίζει τζιαι θωρεί με με ένα λάγνο βλέμα. Η καρδία μου εχτύπαν πάλε. Αλλά τούντη φορά οι σκέψεις μου ήταν τύπου «θέλει να με φιλήσει, αφού θωρώ το, κοιτάζει τα σhείλη μου»...τζιαι έπιασε με τζιαι μετά αρκέψαν τα βεγκαλικά στη μέση του πάρκου.

Εν ήταν απλά ένα φιλί. Ήταν λες τζιαι το πνεύμα του ενώθηκε με το δικό μου. Εν μπορώ καν να το εξηγήσω με λέξεις χωρίς να ακουστεί τετριμένο ή ηλίθιο. Εφιληθήκαμε τζιαι είμαστε μαζί που τζίντην μέρα.

Έδωκα του την τούρτα του. Εστήριξα τον. Έδοκα του φαϊ, έβαλα του ηλεκτρισμό τζιαι εστάθηκα δίπλα του. Τζιαι τωρά εκλείσαμε 90 μέρες μαζί. Το πιο σημαντικό είναι ότι είναι 90 μέρες καθαρός. Τζιαι πηγαίνει κάθε μέρα σε μίτινγκ, δουλέφκει, τζιαι πλέον πληρώνει τα έξοδα του τζιαι τα δικά μου.

Αγαπά με όσο εν με αγάπησε κανένας, φροντίζει με, δια μου ότι θέλω, κάμνει τα πάντα για να είμαι καλά, είμαστε νάκκο co-dependent, αλλά μιλούμε για τα πάντα, ακόμα τζιαι τα πιο κακά τζιαι τα άσhημα μας. Έχουμε τα πάνω μας τζιαι τα κάτω μας, τζιαι βοηθά με πολλά. Πιέννω τζιαι εγώ στα δικά μου μίτινγκς, γιατί εφκήκαν τζιαι πολλά δικά μου θέματα στην φόρα. Θέματα με την οικογένεια μου, θέματα δικά μου, πολλά προσωπικά τζιαι όπως είπε τζιαι ο σπόνσορας του Τζάκσον το ότι εσυναντηθήκαμε εγώ τζιαι τζίνος εν εν τυχαίο. Τίποτε εν εν τυχαίο. Τζιαι στηρίζουμε ο ένας τον άλλο στα πάντα. Είμαστε παρτνερς ιν κράιμ. Στα πάντα. Eίμαστε ψυχές ενωμένες.

Επίσης να σας αναφέρω τζιαι για τον Κρίσhνα...ο Τζάκσον εν χίντου, τζιαι ήδη επίαμε στο ετήσιο φεστιβάλ που κάμνουν στο Λονδίνο για να γιορτάσουν τον Κρίσhνα. Επία τζιαι θκιο φορές στον χίντου ναό τζιαι επήρα τον τζιαι τζίνον σε ελληνική ορθόδοξη εκκλησία, η οποία, γκετ δις, εν 15 λεπτά περπάτημα που το σπίτι μας. Ας πούμε που ούλες τες περιοχές έτυχε τζιαι έσhιει εκκλησία δίπλα μας ας πούμε.

Η συνάντηση μου με τον Τζάκσον εν ήταν τυχαία.

Αλλά είμαστε ζευγάρι. Έχουμε τζιαι τα πάνω μας. Έχουμε τζιαι τα κάτω μας. Αλλά θυμούμαι κάποτε που εθκιάβαζα την Μπέατριξ όταν επρωτοάρχισε να φκαίνει με τον Φιτζ τζιαι ελάλε ότι την αφόπλισε στο τέλος, τζιαι έκαμε το σπαθί της να σπάσει...κάτα κάποιο τρόπο, το ίδιο έκαμε τζιαι ο Τζάκσον μαζί μου.

Είμαι ευτυχισμένη. Μου λείπει αφάνταστα η Άριελ, τζιαι θέλω να την φέρω κοντά μου στους ερχόμενους μήνες. Αλλά είμαι καλά. Παλέφκουμε το. Πέρνουμε το μέρα με την μέρα. Τζιαι είμαστε ομάδα. Τζιαι θέλουμε να γίνουμε τζιαι οι θκιο καλά.

Σόου, είμαι σε μια δουλειά που μισώ, most days. Αλλά παλέφκω το προς το παρών, γιατί σκέφτουμαι την Άριελ, τζιαι βοηθάμε να ανταπεξέλθω τζιαι ο Τζάκσον πολλά. Κανένας εν ξέρει για μας στην δουλειά, νταξ ξέρει έναν άτομο. Οι άλλοι απλά υποψυάζουνται αλλά εν διούμε δικαιώματα να μας συζητούν ένιγουεϊ.

Τζιαι τζίνος τωρά που «εκαθάρισε» τζιαι εξαναξύπνησε, άρκεψε τζιαι αντιλαμβάνετε πόσο κακοπληρωμένος είναι τζιαι πόσο πιο πολλά μπορεί να καταφέρει. Ο Τζάκσον εν που τζίνους τους ανθρώπους επίσης που έσhιει το φυσικό χάρισμα να προσεγγίζει εύκολα τους ανθρώπους τζιαι να του ανοίγονται. Έκαμνε τζιαι counselling ένα φεγγάρι τζιαι θέλει να ξαναπάει πίσω. Γενικά εν πολλά γενναιόδωρος, κάποιες φορές παραπάνω που μένα, εν φιλάνθρωπος τζιαι πολλά people person. Hes a natural flirt, αλλά εν έσhιει πλάσμα στην δουλειά που να μεν τον αγαπά. Όι σκρατς δατ. Έσhιει ένα. Αλλά θα σας τα πω για τζίνον άλλην ώρα. Εν ο μάνατζερ μου τζιαι έχει μιαν ψιλοκόντρα προς τον Τζάκσον. Αλλά τούτη εν άλλη ιστορία.

Αύγουστος 2016 – Βρίσκομαι στο Λονδίνο, και πάλι. Συγκατοικώ με τον άντρα της ζωή μου. Αυτός είναι. Ζω μια φυσιολογική ζωή, με τα πάνω της και τα κάτω της. Με τις χαρές και τις λύπες τις. Αλλά ζω την μέσα που την αγάπη τζιαι την επικοινωνία. Τζιαι τούτο εν πολλά σημαντικό.

Έφυα τελικά, τζιαι εν το μετανοιώνω.

Όσα τζιαι να σημαίνει η νήσος για μένα, τζιαι σημαίνει πολλά πράματα, πιστέψετε με, έπρεπε να φύω για να ζήσω. Τζιαι τωρά ζω την κάθε μέρα όπως έρτει. One day at a time, όπως λαλούν τζιαι στα μίτινγκς μας.

Θα σας αφήκω με την προσευχή μας:

God grant me the serenity to accept the things I cannot change,
The courage to change the things I can,
And the wisdom to know the difference.”

Hare Krishna
Hare Krishna
Krishna Krishna
Hare Hare
Hare Rama
Hare Rama
Rama Rama
Hare Hare









Lou Reed - Vanishing Act 



Monday, 29 June 2015

Βραστά Καρότα







“Φαντάσου μια φυλακή, όπου οι κρατούμενοι τρώνε κάθε μέρα διαφορετικό φαγητό, μακαρόνια τη Δευτέρα, τυρόπιτα την Τρίτη, φασόλια την Τετάρτη και ούτω καθεξής. Επιπλέον, κάθε Κυριακή, τους φέρνουνε μπουζούκια και γίνεται στο προαύλιο της φυλακής γλέντι μέχρι πρωίας. Μέχρι που μια μέρα, η διοίκηση της φυλακής συνειδητοποιεί ότι δεν υπάρχει σάλιο, τα λεφτά έχουν τελειώσει, και ο μόνος τρόπος για να συνεχίσει να υπάρχει η φυλακή είναι να ταΐζουν τους κρατούμενους βραστά καρότα κάθε μέρα, πρωί-μεσημέρι-βράδυ. «Μα θα γίνει εξέγερση, κύριε διευθυντά, θα μας λιντσάρουν οι τρόφιμοι, και με το δίκιο τους», λέει ένα τσιράκι στο διευθυντή. Οπότε τι κάνει ο τελευταίος; Φωνάζει στο γραφείο του δέκα τσάτσους κρατούμενους και τους λέει να αρχίσουν να διαδίδουν ότι η κατάσταση είναι τόσο τραγική, που από την άλλη βδομάδα όλοι οι κρατούμενοι θα τρώνε σκατά, κυριολεκτικά όμως. Και ότι δεν είναι απλά φήμη, αλλά αναπόφευκτο και δεδομένο, θα ακουμπάς το δίσκο σου στον πάγκο και ο μάγειρας θα σου βάζει μέσα κουράδες, τέλος.

Οι τσάτσοι αρχίζουν λοιπόν να κάνουν την δουλειά τους, το νέο κυκλοφορεί αμέσως παντού και το σοκ φυσικά είναι τεράστιο. Υπάρχουν βέβαια αντιδράσεις, όχι όμως σε πολύ μεγάλο βαθμό, γιατί όσο ο άλλος δεν βλέπει ακόμα τη σβουνιά στο πιάτο του, κάπου μέσα ελπίζει ότι μπορεί και να τη γλιτώσει.

Όσο οι μέρες περνάνε και οι αντιδράσεις ψιλοφουντώνουν, οι τσάτσοι αρχίζουν να παίζουν τεχνηέντως το παιγνίδι της ενοχής: «Εδώ που τα λέμε, βέβαια, καλά να πάθουμε, που θέλαμε και μπουζούκια κάθε Κυριακή, να τα λέμε και όλα».

Κάποιοι λίγοι τρόφιμοι αντιδρούν και λένε ότι εμείς ρε παιδιά δεν γουστάραμε ποτέ μπουζούκια, ούτε ποτέ συμμετείχαμε στο γλέντι. Δεν φτάνει που ανεχόμασταν κάθε Κυριακή βράδυ τα σκυλάδικα σας, πρέπει τώρα να την πληρώσουμε και εμείς μαζί με όλους; Φυσικά, κανείς δεν τους δίνει σημασία.

Προς το τέλος της εβδομάδας, έχει πια επικρατήσει κλίμα μοιρολατρίας, την αντίδραση έχει διαδεχθεί η απάθεια και την απείθεια η αδράνεια. Ο ξεθωριασμένος από τις συνεχείς πλύσεις εγκέφαλος των κρατουμένου είναι έτοιμος πλέον να δεχθεί το χειρότερο, ως δικαιολογημένα αναπόφευκτο.

Και έτσι φτάνει η Κυριακή, και αργά  το απόγευμα παίρνει το μικρόφωνο ο διευθυντής και ανακοινώνει: «Κύριοι, σας έχω ευχάριστα νέα. Ύστερα από κοπιώδεις προσπάθειες της διεύθυνσης και εμού προσωπικά, το μενού από αύριο δεν θα είναι σκατά, αλλά βραστά καρότα!» Και από κάτω φυσικά γίνεται της ………….., αγκαλιασμένοι οι κρατούμενοι κλαίνε από χαρά, οι τσάτσοι ξελαρυγγιάζονται «ζήτω ο διευθυντής!», το πλήθος αγάλλεται για το θαύμα της τελευταίας στιγμής.

Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς χειρότερα”.



- Κωστάκης Ανάν από το "Βολική Αναισθησία" 




Της Δικαιοσύνης Ήλιε Νοητέ
Μίκης Θεοδωράκης & Γιάννης Κότσιρας


Thursday, 25 June 2015

Belonging






Belonging: The Wisdom of Rhythm

To be human is to belong. Belonging is a circle that embraces everything; if we reject it, we damage our nature. The word “belonging” holds together the two fundamental aspects of life: Being and Longing, the longing of our Being and the being of our Longing. Belonging is deep; only in a superficial sense does it refer to our external attachment to people, places and things. It is the living and passionate presence of the soul. Belonging is the heart and warmth of intimacy. When we deny it, we grow cold and empty. Our life’s journey is the task of refining our belonging so that it may become more true, loving, good and free. We do not have to force belonging. The longing within us always draws us towards belonging and again towards new forms of belonging when we have outgrown the old ones. Postmodern culture tends to define identity in terms of ownership: possessions, status, qualities. Yet the crucial essence of who you are is not owned by you. The most intimate belonging is Self-Belonging. Yet your self is not something you could ever own; it is rather the total gift that every moment of your life endeavours to receive with honor. True belonging is gracious receptivity. This is the appropriate art of belonging in friendship: friends do not belong to each other, but rather with each other. The with reaches to the very depths of their twinned souls.

True belonging is not ownership; it never grasps or holds on from fear or greed. Belonging knows its own shape and direction. True belonging comes from within. It strives for a harmony between the outer forms of belonging and the inner music of the soul. We seem to have forgotten the true depth and spiritual nature of intimate belonging. We need to rediscover ascetical tranquility and come home to the temple of our sense. This would anchor our longing and help us to feel the world from within. When we allow dislocation to control us, we become outsiders, exiled form intimacy of true unity with ourselves, each other and creation. Our bodies know that they belong; it is our minds that make our lives so homeless. Guided by longing, belonging is the wisdom of rhythm. When we are in rhythm with our own nature, things flow and balance naturally. Every fragment does not have to be relocated, reordered; things cohere and fit according to their deeper impulse and instinct. Our modern hunger to belong is particularly intense. An increasing majority of people feel no belonging. We have fallen out of rhythm with life. The art of belonging is the recovery of the wisdom of rhythm.

Like fields, mountains, and animals we know we belong here on earth. However, unlike them, the quality and passion of our longing make us restlessly aware that we cannot belong to the earth. The longing in the human soul makes it impossible for us to fully belong to any place, system, or project. We are involved passionately in the world, yet there is nothing here than can claim us completely. When we forget how partial and temporary our belonging must remain, we put ourselves in the way of danger and disappointment. We compromise something eternal within us. The sacred duty of being an individual is to gradually learn how to live so as to awaken the eternal within oneself. Our ways of belonging in the world should never be restricted to or fixated on one kind of belonging that remains stagnant. If you listen to the voices of your own longing, they will constantly call you to new styles of belonging which are energetic and mirror the complexity of your life as you deepen and intensify your presence on earth.

  
-excerpt from 'Eternal Echoes' by John O' Donohue-




Abel Korzeniowski - Street. Horse. Smell. Candle
Penny Dreadful OST






Sunday, 21 June 2015

The Egg





The Egg
-by Andy Weir-

You were on your way home when you died.
It was a car accident. Nothing particularly remarkable, but fatal nonetheless. You left behind a wife and two children. It was a painless death. The EMTs tried their best to save you, but to no avail. Your body was so utterly shattered you were better off, trust me.
And that’s when you met me.
“What… what happened?” You asked. “Where am I?”
“You died,” I said, matter-of-factly. No point in mincing words.
“There was a… a truck and it was skidding…”
“Yup,” I said.
“I… I died?”
“Yup. But don’t feel bad about it. Everyone dies,” I said.
You looked around. There was nothingness. Just you and me. “What is this place?” You asked. “Is this the afterlife?”
“More or less,” I said.
“Are you god?” You asked.
“Yup,” I replied. “I’m God.”
“My kids… my wife,” you said.
“What about them?”
“Will they be all right?”
“That’s what I like to see,” I said. “You just died and your main concern is for your family. That’s good stuff right there.”
You looked at me with fascination. To you, I didn’t look like God. I just looked like some man. Or possibly a woman. Some vague authority figure, maybe. More of a grammar school teacher than the almighty.
“Don’t worry,” I said. “They’ll be fine. Your kids will remember you as perfect in every way. They didn’t have time to grow contempt for you. Your wife will cry on the outside, but will be secretly relieved. To be fair, your marriage was falling apart. If it’s any consolation, she’ll feel very guilty for feeling relieved.”
“Oh,” you said. “So what happens now? Do I go to heaven or hell or something?”
“Neither,” I said. “You’ll be reincarnated.”
“Ah,” you said. “So the Hindus were right,”
“All religions are right in their own way,” I said. “Walk with me.”
You followed along as we strode through the void. “Where are we going?”
“Nowhere in particular,” I said. “It’s just nice to walk while we talk.”
“So what’s the point, then?” You asked. “When I get reborn, I’ll just be a blank slate, right? A baby. So all my experiences and everything I did in this life won’t matter.”
“Not so!” I said. “You have within you all the knowledge and experiences of all your past lives. You just don’t remember them right now.”
I stopped walking and took you by the shoulders. “Your soul is more magnificent, beautiful, and gigantic than you can possibly imagine. A human mind can only contain a tiny fraction of what you are. It’s like sticking your finger in a glass of water to see if it’s hot or cold. You put a tiny part of yourself into the vessel, and when you bring it back out, you’ve gained all the experiences it had.
“You’ve been in a human for the last 48 years, so you haven’t stretched out yet and felt the rest of your immense consciousness. If we hung out here for long enough, you’d start remembering everything. But there’s no point to doing that between each life.”
“How many times have I been reincarnated, then?”
“Oh lots. Lots and lots. An in to lots of different lives.” I said. “This time around, you’ll be a Chinese peasant girl in 540 AD.”
“Wait, what?” You stammered. “You’re sending me back in time?”
“Well, I guess technically. Time, as you know it, only exists in your universe. Things are different where I come from.”
“Where you come from?” You said.
“Oh sure,” I explained “I come from somewhere. Somewhere else. And there are others like me. I know you’ll want to know what it’s like there, but honestly you wouldn’t understand.”
“Oh,” you said, a little let down. “But wait. If I get reincarnated to other places in time, I could have interacted with myself at some point.”
“Sure. Happens all the time. And with both lives only aware of their own lifespan you don’t even know it’s happening.”
“So what’s the point of it all?”
“Seriously?” I asked. “Seriously? You’re asking me for the meaning of life? Isn’t that a little stereotypical?”
“Well it’s a reasonable question,” you persisted.
I looked you in the eye. “The meaning of life, the reason I made this whole universe, is for you to mature.”
“You mean mankind? You want us to mature?”
“No, just you. I made this whole universe for you. With each new life you grow and mature and become a larger and greater intellect.”
“Just me? What about everyone else?”
“There is no one else,” I said. “In this universe, there’s just you and me.”
You stared blankly at me. “But all the people on earth…”
“All you. Different incarnations of you.”
“Wait. I’m everyone!?”
“Now you’re getting it,” I said, with a congratulatory slap on the back.
“I’m every human being who ever lived?”
“Or who will ever live, yes.”
“I’m Abraham Lincoln?”
“And you’re John Wilkes Booth, too,” I added.
“I’m Hitler?” You said, appalled.
“And you’re the millions he killed.”
“I’m Jesus?”
“And you’re everyone who followed him.”
You fell silent.
“Every time you victimized someone,” I said, “you were victimizing yourself. Every act of kindness you’ve done, you’ve done to yourself. Every happy and sad moment ever experienced by any human was, or will be, experienced by you.”
You thought for a long time.
“Why?” You asked me. “Why do all this?”
“Because someday, you will become like me. Because that’s what you are. You’re one of my kind. You’re my child.”
“Whoa,” you said, incredulous. “You mean I’m a god?”
“No. Not yet. You’re a fetus. You’re still growing. Once you’ve lived every human life throughout all time, you will have grown enough to be born.”
“So the whole universe,” you said, “it’s just…”
“An egg.” I answered. “Now it’s time for you to move on to your next life.”

And I sent you on your way.


              **********************************************







Το Αυγό
-του Andy Weir-


Ήσουν στο δρόμο της επιστροφής για το σπίτι, όταν σκοτώθηκες.
Αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Τίποτα το ιδιαίτερα ξεχωριστό, αλλά θανατηφόρο παρά ταύτα. Άφησες πίσω μια γυναίκα και δύο παιδιά. Ο θάνατός σου ήταν ανώδυνος και ακαριαίος. Οι διασώστες στο ασθενοφόρο έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν για να σε επαναφέρουν, αλλά μάταια. Έτσι κι αλλιώς, το σώμα σου ήταν τόσο στραπατσαρισμένο που καλύτερα που κατέληξαν έτσι τα πράγματα, πίστεψέ με.
Και τότε, με είδες μπροστά σου.
«Τι… τι έγινε;» Με ρώτησες. «Πού βρίσκομαι;»
«Έχεις πεθάνει», απάντησα, δεν είχε νόημα να μασάμε τα λόγια μας.
«Ήταν… ένα φορτηγό… ερχόταν με το πλάι…»
«Ναι, ναι, έτσι ακριβώς», σου είπα εγώ.
«Και… δηλαδή… πέθανα;»
«Ναι καλέ μου. Αλλά μην το παίρνεις κατάκαρδα. Όλοι πεθαίνουν»
Κοίταξες τριγύρω. Υπήρχε… το τίποτα. Μόνο εσύ κι εγώ.
«Και τώρα, τι είναι αυτό το μέρος; Πού βρισκόμαστε;» ρώτησες. «Εδώ είναι το “μετά θάνατον”;»
«Ε, ναι, πάνω-κάτω», σου απάντησα.
«Κι εσύ; Είσαι ο Θεός;»
«Μάλιστα. Είμαι ο Θεός»
«Τα παιδιά μου… η γυναίκα μου…» είπες με ανησυχία.
«Ναι, τι;»
«Θα είναι εντάξει;»
«Έτσι μπράβο, έτσι σε θέλω», σου είπα. «Ενώ μόλις πέθανες, εσύ ανησυχείς για την οικογένειά σου. Μου αρέσει αυτό, δείχνει ποιότητα»
Με κοίταξες εκστατικά. Στα μάτια σου, δεν ήμουν ακριβώς αυτό που είχες στο μυαλό σου σαν εικόνα για τον Θεό. Φαινόμουν απλά σαν κάποιος άλλος άντρας. Ή γυναίκα. Ή κάποιος που φαινόταν να έχει μια κάποια σχετική εξουσία. Κάτι σαν δάσκαλος στο σχολείο, αλλά σίγουρα όχι αυτό που λέμε Θεός.
«Μην ανησυχείς», σε διαβεβαίωσα. «Θα είναι όλοι μια χαρά. Τα παιδιά σου θα σε μυθοποιήσουν και θα σε θυμούνται για πάντα τέλειο σε όλα. Ήταν σχετικά μικρά και δεν είχαν προλάβει να σε αντιπαθήσουν. Η γυναίκα σου θα κλάψει, αλλά θα είναι επιφανειακό. Στην πραγματικότητα, θα αισθάνεται ανακούφιση. Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, ο γάμος σας πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Αν σε κάνει να αισθάνεσαι καλύτερα πάντως, να ξέρεις ότι θα έχει πολλές τύψεις για το ότι θα αισθάνεται ανακούφιση»
«Α…», σου βγήκε μηχανικά, με λίγο δύσπιστο ύφος. «Και τώρα τι γίνεται; Θα πρέπει να αποφασίσεις εάν θα πάω στον παράδεισο ή στην κόλαση;»
«Μπα, ούτε το ένα, ούτε το άλλο», σου απάντησα χαλαρά. «Πας πίσω, θα μετενσαρκωθείς»
«Τι λες τώρα! Δηλαδή οι Ινδουιστές είχαν δίκιο;»
«Όλες οι θρησκείες έχουν δίκιο, η κάθε μία με τον δικό της τρόπο», είπα συγκαταβατικά. «Περπάτησε μαζί μου»
Άρχισες να περπατάς δίπλα μου, μέσα σε έναν χώρο χωρίς ξεκάθαρο σχήμα. Με ρώτησες, «Πού πηγαίνουμε;»
«Πουθενά συγκεκριμένα», απάντησα. «Απλά είναι ωραίο να περπατάμε ενώ συζητάμε»
«Και δε μου λες…», στάθηκες για λίγο. «Ποιο το νόημα τότε; Όταν ξαναγεννηθώ, θα αρχίσω από μια λευκή κόλλα χαρτί, σωστά; Από βρέφος. Άρα όλες μου οι εμπειρίες και οτιδήποτε έχω κάνει στη ζωή μου, δεν θα έχουν σημασία»
«Όχι ακριβώς», σου απάντησα και ξεκίνησα πάλι να περπατάω. «Έχεις μέσα σου τη γνώση και την πείρα που έχεις μαζέψει από όλες τις προηγούμενες ζωές σου. Απλά δεν το θυμάσαι αυτή τη στιγμή»
Σταμάτησα να περπατάω, γύρισα προς το μέρος σου με σοβαρό ύφος και σε έπιασα από τους ώμους.
«Δεν έχεις ιδέα τι είναι πραγματικά αυτό που έχεις συνηθίσει να αποκαλείς ψυχή. Η ψυχή σου είναι πολύ πιο μεγαλοπρεπής, πιο όμορφη και πιο εκτενής από οτιδήποτε θα μπορούσες ποτέ να φανταστείς. Το ανθρώπινο μυαλό μπορεί να συλλάβει μόνο ένα κλάσμα από αυτό που είσαι στην πραγματικότητα. Η ζωή που έζησες ήταν σαν να βουτάς την άκρη από το δάκτυλό σου σε ένα ποτήρι νερό, για να δεις αν είναι ζεστό ή κρύο. Δεν μπορείς, ούτε χρειάζεται να μπεις ολόκληρος μέσα στο ποτήρι. Βάζεις ένα μικρό μόνο μέρος του εαυτού σου, την άκρη του δακτύλου σου, και, όταν το τραβήξεις πίσω, έχεις αποκτήσει όλες τις εμπειρίες και τις πληροφορίες που εκείνο μάζεψε»
Σε κοίταξα με νόημα και σου είπα, «Έζησες τα τελευταία 48 χρόνια με τη μορφή ενός ανθρώπινου όντος· δικαιολογημένα ακόμα δεν έχεις ξεμουδιάσει αρκετά, για να αρχίσει να επανέρχεται η απέραντη συνείδησή σου. Αν έμενες αρκετά εδώ που είμαστε, θα άρχιζες σιγά-σιγά να θυμάσαι. Αλλά αυτό δεν έχει νόημα να γίνεται στο μεσοδιάστημα από την κάθε μία ζωή στην επόμενη»
«Και δηλαδή, πόσες φορές έχω μετενσαρκωθεί; Πόσες ζωές έχω ζήσει;»
«Α, πολλές. Πάρα-πάρα πολλές. Πολλές και διαφορετικές μάλιστα», απάντησα χαμογελώντας. «Αυτή τη φορά, για παράδειγμα, θα γυρίσεις πίσω ως μια Κινέζα χωριατοπούλα που γεννήθηκε το 520 μετά Χριστόν»
«Ώπα, ώπα, περίμενε! Τι μου λες τώρα;», γύρισες ξαφνιασμένος. «Θα με στείλεις πίσω στο χρόνο;»
«Ναι, αν θέλεις να το βλέπεις έτσι. Βέβαια, ο χρόνος, όπως τον έχεις βιώσει εσύ, υπάρχει μόνο μέσα στο σύμπαν που ζεις. Τα πράγματα είναι διαφορετικά εκεί απ’ όπου έρχομαι»
«Εκεί απ’ όπου έρχεσαι;», ρώτησες και με κοίταξες πραγματικά μπερδεμένος.
«Μα φυσικά», άρχισα να σου εξηγώ. «Από εκεί που έρχομαι. Έρχομαι από κάπου αλλού. Και υπάρχουν και άλλοι σαν εμένα εκεί. Ξέρω ότι θα ήθελες να μάθεις τι είναι και πώς είναι, όμως, αλήθεια σου λέω, δεν θα καταλάβαινες»
«Αλλά…», αποκρίθηκες, εμφανώς απογοητευμένος. «Αλλά, περίμενε. Εάν μετενσαρκώνομαι σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, θα μπορούσα κάποια φορά να πέσω πάνω σε μια άλλη μου μετενσάρκωση!»
«Ναι, φυσικά. Συμβαίνει συνεχώς», σου απάντησα. «Και κάθε ζωή έχει επίγνωση μόνο της δικής της πορείας, χωρίς να έχει ιδέα για το τι άλλο συμβαίνει»
«Μα τότε, ποιο είναι το νόημα;»
«Σοβαρά; Με ρωτάς ποιο είναι το νόημα της ζωής; Υπάρχει πιο κοινότοπη ερώτηση;»
«Κοινότοπη ή όχι, είναι μια πολύ λογική ερώτηση, νομίζω», επέμεινες.
Σε κοίταξα κατάματα και σου είπα, «Το νόημα της ζωής, ο λόγος που δημιούργησα όλο αυτό το σύμπαν, είναι για να ωριμάσεις»
«Εννοείς την ανθρωπότητα; Για να ωριμάσει το ανθρώπινο είδος;»
«Όχι, εννοώ εσένα. Μόνο εσένα. Έφτιαξα το σύμπαν για εσένα. Με κάθε νέα ζωή, εξελίσσεσαι, ωριμάζεις και γίνεσαι μια όλο και πιο αναπτυγμένη οντότητα»
Με κοίταξες με κενό βλέμμα. «Μόνο για μένα; Και όλα τα δισεκατομμύρια ανθρώπων πάνω στη Γη;»
«Είναι όλοι εσύ. Διαφορετικές ενσαρκώσεις, δικές σου»
«Τι εννοείς; Είμαι οι πάντες;»
«Τώρα μπαίνεις στο νόημα!», σου είπα επιδοκιμαστικά, χτυπώντας σε απαλά στην πλάτη.
«Σε ξαναρωτάω. Εγώ ο ίδιος, είμαι όλοι οι άνθρωποι που έχουν υπάρξει ποτέ;»
«Και που πρόκειται ποτέ να υπάρξουν»
«Είμαι ο Λεωνίδας στις Θερμοπύλες;»
«Ναι, και ο Εφιάλτης, επίσης»
«Είμαι ο Χίτλερ;»
«Και τα εκατομμύρα ανθρώπων που σκότωσε»
«Είμαι ο Ιησούς;»
«Και ο καθένας από τους ακολούθους και τους διώκτες του»
Σταμάτησες να μιλάς…
«Κάθε φορά που κακοποίησες κάποιον», σου είπα, «…έβλαψες τον εαυτό σου. Κάθε πράξη καλοσύνης που έχεις κάνει, την έχεις κάνει προς τον εαυτό σου. Κάθε στιγμή ευτυχίας ή δυστυχίας που έχει βιώσει ο κάθε άνθρωπος, είναι ή θα γίνει δική σου εμπειρία»
Έμεινες βυθισμένος στις σκέψεις σου για πολλή ώρα. «Δε γίνεται αυτό που λες», είπες τελικά.
«Γίνεται, και θα σου δώσω ένα απλό παράδειγμα. Θυμάσαι αυτό που είπαμε για το ποτήρι με το νερό;»
«Ναι, οκ, αυτό ήταν εύκολο»
«Ωραία, τώρα αντί για ποτήρι, σκέψου μια μπανιέρα. Και σκέψου ότι βάζεις όλα σου τα ακροδάκτυλα μέσα στο νερό. Αν κάποιος παρατηρεί απ’ έξω, πόσους ανθρώπους βλέπει;»
«Έναν»
«Εάν όμως κάποιος είναι μέσα στο νερό, τι βλέπει;»
«Δέκα δάκτυλα, σε έπιασα»
«Ακριβώς. Κάθε ένα νοήμον πλάσμα στο σύμπαν είναι ένα ακροδάκτυλο που έχεις βουτήξει μέσα στο χωροχρονικό συνεχές, όπως το λέτε»
«Γιατί;» ρώτησες εμφατικά. «Γιατί να το κάνεις όλο αυτό;»
«Επειδή, μια μέρα, θα γίνεις όπως εγώ. Επειδή αυτή είναι η φύση σου. Είσαι του είδους μου. Είσαι παιδί μου»
«Τι;» αναφώνησες έκπληκτος. «Εννοείς ότι είμαι ένας θεός;»
«Όχι… Όχι ακόμα. Τώρα είσαι ένα έμβρυο. Ακόμα εκκολάπτεσαι. Όταν θα έχεις βιώσει κάθε μια νοήμονα ζωή μέσα σε όλο το χρόνο του σύμπαντος, τότε θα έχεις αναπτυχθεί αρκετά για να… γεννηθείς»
«Δηλαδή, το σύμπαν είναι ένα…»
«Το σύμπαν είναι ένα αυγό», σε έκοψα. «Και τώρα είναι καιρός να προχωρήσεις στην επόμενη ζωή σου»
Και σε έστειλα στο δρόμο σου.




                             

The Antlers - Kettering


Friday, 19 June 2015

Do you believe?






In a mother’s womb were two babies. One asked the other: 
“Do you believe in life after delivery?” The other replied, “Why, of course. There has to be something after delivery. Maybe we are here to prepare ourselves for what we will be later.”
“Nonsense” said the first. “There is no life after delivery. What kind of life would that be?”
The second said, “I don’t know, but there will be more light than here. Maybe we will walk with our legs and eat from our mouths. Maybe we will have other senses that we can’t understand now.”
The first replied, “That is absurd. Walking is impossible. And eating with our mouths? Ridiculous! The umbilical cord supplies nutrition and everything we need. But the umbilical cord is so short. Life after delivery is to be logically excluded.”
The second insisted, “Well I think there is something and maybe it’s different than it is here. Maybe we won’t need this physical cord anymore.”
The first replied, “Nonsense. And moreover if there is life, then why has no one has ever come back from there? Delivery is the end of life, and in the after-delivery there is nothing but darkness and silence and oblivion. It takes us nowhere.”
“Well, I don’t know,” said the second, “but certainly we will meet Mother and she will take care of us.”
The first replied “Mother? You actually believe in Mother? That’s laughable. If Mother exists then where is She now?”
The second said, “She is all around us. We are surrounded by her. We are of Her. It is in Her that we live. Without Her this world would not and could not exist.”
Said the first: “Well I don’t see Her, so it is only logical that She doesn’t exist.”
To which the second replied, “Sometimes, when you’re in silence and you focus and you really listen, you can perceive Her presence, and you can hear Her loving voice, calling down from above.” 
- Útmutató a Léleknek




                  ***********************************************************************************

A merry good weekend to all...don't forget to give blessings for being alive! 
And smile!!! And love!! And forgive  




Leftover Cuties - You are My Sunshine