Tuesday, 29 April 2014

The Apple that Doesn't Care






Η Apple εν φημισμένη για τις συχνές αναβαθμίσεις που κάμνει στο λογισμικό της. Κάθε εφτομάδα θα έσσιει τζιαι κάτι. Για να εξηγήσω καλύτερα χωρίς να δείξω ψωνισμένη επειδή τυγχάνει να έχω μήλο για τηλέφωνο, κάθε ένα μήνα θα έσσιει (συνήθως) τζιαι νέο βέρζιον λογισμικού, γιατί διορθώνουν error bugs or glitches ή οτιδήποτε άλλο που θέλει διόρθωμα ή απλά θέλουν να το κάμουν πιο stylish. 

Όλα καλά και ωραία με την Μηλόπιτα μου, αλλά εχτές παρολίγον να μείνω σίξυλη. Ο λόγος είναι ότι η καλή μας η γιαγία, η μηλόγρια (Apple), εκάμασσιν αναβάθμιση λογισμικού μεν αλλά η καινούργια αναβάθμιση του software το οποίο πρέπει να χρησιμοποιήσει ένας χρήστης για να κάμει synchronize το κινητό του με τα διάφορα Apps-μπιχλιμπίδια στο PC του, εν επίε τζιαι τόσο καλά με αποτέλεσμα σε πολλούς χρήστες το κινητό να σβήσει τζιαι να τους αναγκάζει να ξανακάμουν επαναφορά όλων των αρχικών ρυθμίσεων (reset settings/ factory settings). Με άλλα λόγια, τζιαι για να μεν γίνουμαι πιο τεχνική σε πλάσματα που ίσως εν καταλάβουν τζιαι νομίζουν ότι μιλώ σουαχίλι, από το κινητό χάνονταν όλα τα δεδομένα τα οποία υπήρχαν μέχρι στιγμής τζιαι ήταν σάννα να ήσhες ένα κινητό έτσι όπως το επρωτογόρασες. 




Για πολλά καλή μου τύχη (το ξανατονίζω γιατί άλλοι χρήστες εχάσαν πολλά δεδομένα) είμαι ένα πολλά καλό κορίτσι (εν εκατάλαβα, προς τι ο βήχας;;;;;;) τζιαι επειδή είμαι φρικιό στο να κάμνω αποθύκευση τα δεδομένα μου (φώτος, βίντεος κλπ) έκαμνα κάθε εβδομάδα backup sto iCloud.

Τι εστί iCloud?????

Το iCloud είναι μια διαδυκτιακή υπηρεσία την οποία παρέχει η Apple στους χρήστες της για να κάμνουν αποθύκευση, αν θέλετε, τα δεδομένα τους - τα οποία μπορεί να είνα απο φωτογραφίες σε επαφές, σημειώσεις, μέχρι τζιαι ιστοσελίδες της οποίες εφύλαξες για σελιδοδήκτη. 

Εν μια πολλά καλή υπηρεσία, ειδικά σε τέθκοιες περιπτώσεις ή σε περιπτώσεις που είσαι κάπου που δεν έχεις διαδύκτιο τζιαι θέλεις να έχεις πρόσβαση σε κάποια που τούντα πράματα. 

Το λοιπόν. Μεγάλο computer geek δεν είμαι, αλλά τουλάχιστον το back-up μου είχα την καλή κρίση να το κάμω, just in case. 

Τούντο just in case που λέτε ήρτε εχτές γιατί επία η καψερή να κάμω install (εγκατάσταση) το νέο βέρζιον του iTunes (media library, media player and media device manager) για να συνάδει με το καινούργιο λογισμικό του μηλοτηλέφωνού μου τζιαι τζιαμέ επάθαμε την ματσουτσιά. Το τηλέφωνο έκλεισε τζιαι έδειχνε μόνο ότι έπρεπε να γίνει σύνδεση με το iTunes για να προχωρήσει. Το δε iTunes δεν εγίνετουν κανονική εγκατάσταση με αποτέλεσμα το κινητό να μεν ξεκινά για πάνω που 6 ώρες. 


FYI - την διαδικασία τούτη επροσπάθησα να την κάμω που το PC της δουλειάς, στο οποίο δεν είχε γίνει η εγκατάσταση του καινούργιου iTunes, ενώ στο λάπτοπ στο σπίτι είχα κάμει την αναβάθμιση από μέρες. 


Επέρασα φρίκη. Τζιαι φρίκη όι τόσο γιατί είμαι εξαρτημένη πας το κινητό μου, που οκέι κακά τα ψέμματα είμαι, αλλά την φρίκη την έπαθα γιατί εφοήθηκα ότι τούτον ήταν, το μηλοκινητό μου τα έπεξε τζιαι έκλαια τζιαι το μεροκάματο που έδωκα για να το αγοράσω. Εν θα ήθελα να ξαναμπώ στην διαδικασία να πιάσω άλλο.

Που την άλλη ξέρω ότι εν υπάρχει έτσι θέμα γιατί μπορεί να λέμε ότι θέλουμε, αλλά η Apple έχει την τάση να σου δια άλλο άμαν πάθει τίποτε το δικό σου, όσπου να σου το διορθώσουν. So νταξ, η Apple sometimes it cares - εξού και το brand name τους AppleCare




Τζίνο που με εξίνισε όμως είναι ότι πλέον το μηλαράκι (καλά τι πλέον, εσσιει τζιαιρό που γίνετε τούτο αλλά τέσπα) εν τα πάει καλά τζιαι ότι έχτισε με πολύ πείσμα τζιαι κόπο ο Steve Jobs, τώρα σιγά σιγά πέφτει σαν τα κομμάτια του dominoes.

Εν η πικρή αλήθκεια τζιαι χωρίς να θέλω να θίξω ή να πληγώσω any Apple users, έχει καμπόσο καιρό που η Apple is not to the highest of standards that it used to be. 

Στην τελική ξέρω ότι πληρώνεις το brand, που όκεϊ εν ένα αξιόλογο τζιαι καινοτόμο brand in the world of technological evolution αλλά όπως κάθε προϊόν ακολουθεί το λεγόμενο rise and fall. 

Γενικά δεν μπορώ να πω ότι είμαι δυσαρεστημένη με την Apple σαν χρήστης μηλοκινητού (τζιαι μηλο-iPad-elis). Αλλά σίγουρα, τα εργαλεία πρέπει να αντιμετωπίζονται με πολύ προσοχή, με πολύ λεπτομέρια τζιαι να ξέρεις τουλάχιστον να κάμνεις τα βασικά βηματα για να μπορείς να προστατεύεις τα δεδομένα σου κατά τακτά διαστήματα. 

Ας πούμε for example, η μάδερ πριν μερικούς μήνες έπιασε τζιαι τζίνη έναν έξυπνο-τηλέφωνο - Samsung - τζιαι κουτσά στραβά μπορεί τζιαι χειρίζεται το. Αν της εδιούσα ένα iPhone με να ανοίξει το mail θα εμπόρεν με να κάμει back up and sync in iTunes. Ήντα μόνο τζιαι μόνο που προσπαθώ να τις εξηγήσω καν τι εν το syncing between iTunes and iPhone χασκιάζω την, την καημένη.

Εν αλήθκεια εν πιο complex το μηλοκινητό τζιαι εν εν πολλά customer-friendly for users that don't have at least an intermediate level of computer skills. 

Εγώ το συμπαθώ γιατί το βρίσκω πιο εύχρηστο ναι μεν, αλλά then again, ασχολούμαι μαζί του inside out  - όσον μου επιτρέπουν τζιαι μένα φυσικά οι τεχνικές μου γνώσεις





Αλλά για τζίντες κρίσιμες ώρες εχτές που δεν ήξερα αν θα είχα κινητό ή όι, επίεννα να πελλάνω. Ήταν το κάτι άλλο. Τζιαι στη σκέψη μόνο ότι θα έπρεπε να πετάξω κινητό των 500ευρώ, εθύμωνα με τον εαυτό μου που εν έμεινα με το 3310 να έχω την κκελλέ μου ήσυχη. Έσσιει χάρη που πρέπει να θωρούμε τζιαι κανά email της προκοπής αλλιώς πιο φατσοβιβλίο τζιαι τουϊτάρισμα. Το μάθημα τζιαι το ξεμάθημα εν κοντά. Έσσιει τζιαι βιβλία για ψυχαγωγία (όι πως με το μηλοκινητό εν θκιαβάζουμε τζιαι βιβλία αλλά πάλε - καταλάβετε τι θέλω να πω). 







            

Indila - Derniere Danse





Wednesday, 23 April 2014

It is the cause...











KING LEAR



Fool

O nuncle, court holy-water in a dry
house is better than this rain-water out o' door.
Good nuncle, in, and ask thy daughters' blessing:
here's a night pities neither wise man nor fool.


KING LEAR

Rumble thy bellyful! Spit, fire! spout, rain!
Nor rain, wind, thunder, fire, are my daughters:
I tax not you, you elements, with unkindness;
I never gave you kingdom, call'd you children,
You owe me no subscription: then let fall
Your horrible pleasure: here I stand, your slave,
A poor, infirm, weak, and despised old man:
But yet I call you servile ministers,
That have with two pernicious daughters join'd
Your high engender'd battles 'gainst a head
So old and white as this. O! O! 'tis foul!


Fool

He that has a house to put's head in has a good
head-piece.
The cod-piece that will house
Before the head has any,
The head and he shall louse;
So beggars marry many.
The man that makes his toe
What he his heart should make
Shall of a corn cry woe,
And turn his sleep to wake.
For there was never yet fair woman but she made
mouths in a glass.


KING LEAR

No, I will be the pattern of all patience;
I will say nothing.












JULIUS CAESAR


CASSIUS

Why, man, he doth bestride the narrow world
Like a Colossus, and we petty men
Walk under his huge legs and peep about
To find ourselves dishonourable graves.
Men at some time are masters of their fates:
The fault, dear Brutus, is not in our stars,
But in ourselves, that we are underlings.
Brutus and Caesar: what should be in that 'Caesar'?
Why should that name be sounded more than yours?
Write them together, yours is as fair a name;
Sound them, it doth become the mouth as well;
Weigh them, it is as heavy; conjure with 'em,
Brutus will start a spirit as soon as Caesar.
Now, in the names of all the gods at once,
Upon what meat doth this our Caesar feed,
That he is grown so great? Age, thou art shamed!
Rome, thou hast lost the breed of noble bloods!
When went there by an age, since the great flood,
But it was famed with more than with one man?
When could they say till now, that talk'd of Rome,
That her wide walls encompass'd but one man?
Now is it Rome indeed and room enough,
When there is in it but one only man.
O, you and I have heard our fathers say,
There was a Brutus once that would have brook'd
The eternal devil to keep his state in Rome
As easily as a king.











MACBETH


MACBETH

She should have died hereafter;
There would have been a time for such a word.
To-morrow, and to-morrow, and to-morrow,
Creeps in this petty pace from day to day
To the last syllable of recorded time,
And all our yesterdays have lighted fools
The way to dusty death. Out, out, brief candle!
Life's but a walking shadow, a poor player
That struts and frets his hour upon the stage
And then is heard no more: it is a tale
Told by an idiot, full of sound and fury,
Signifying nothing.










OTHELLO


OTHELLO
It is the cause, it is the cause, my soul,--
Let me not name it to you, you chaste stars!--
It is the cause. Yet I'll not shed her blood;
Nor scar that whiter skin of hers than snow,
And smooth as monumental alabaster.
Yet she must die, else she'll betray more men.
Put out the light, and then put out the light:
If I quench thee, thou flaming minister,
I can again thy former light restore,
Should I repent me: but once put out thy light,
Thou cunning'st pattern of excelling nature,
I know not where is that Promethean heat
That can thy light relume. When I have pluck'd the rose,
I cannot give it vital growth again.
It must needs wither: I'll smell it on the tree.


Kissing her



Ah balmy breath, that dost almost persuade

Justice to break her sword! One more, one more.
Be thus when thou art dead, and I will kill thee,
And love thee after. One more, and this the last:
So sweet was ne'er so fatal. I must weep,
But they are cruel tears: this sorrow's heavenly;
It strikes where it doth love. She wakes.











TWO GENTLEMEN OF VERONA



VALENTINE

And why not death rather than living torment?
To die is to be banish'd from myself;
And Silvia is myself: banish'd from her
Is self from self: a deadly banishment!
What light is light, if Silvia be not seen?
What joy is joy, if Silvia be not by?
Unless it be to think that she is by
And feed upon the shadow of perfection
Except I be by Silvia in the night,
There is no music in the nightingale;
Unless I look on Silvia in the day,
There is no day for me to look upon;
She is my essence, and I leave to be,
If I be not by her fair influence
Foster'd, illumined, cherish'd, kept alive.
I fly not death, to fly his deadly doom:
Tarry I here, I but attend on death:

But, fly I hence, I fly away from life.









HENRY THE FIFTH



KING HENRY V

What's he that wishes so?
My cousin Westmoreland? No, my fair cousin:
If we are mark'd to die, we are enow
To do our country loss; and if to live,
The fewer men, the greater share of honour.
God's will! I pray thee, wish not one man more.
By Jove, I am not covetous for gold,
Nor care I who doth feed upon my cost;
It yearns me not if men my garments wear;
Such outward things dwell not in my desires:
But if it be a sin to covet honour,
I am the most offending soul alive.
No, faith, my coz, wish not a man from England:
God's peace! I would not lose so great an honour
As one man more, methinks, would share from me
For the best hope I have. O, do not wish one more!
Rather proclaim it, Westmoreland, through my host,
That he which hath no stomach to this fight,
Let him depart; his passport shall be made
And crowns for convoy put into his purse:
We would not die in that man's company
That fears his fellowship to die with us.
This day is called the feast of Crispian:
He that outlives this day, and comes safe home,
Will stand a tip-toe when the day is named,
And rouse him at the name of Crispian.
He that shall live this day, and see old age,
Will yearly on the vigil feast his neighbours,
And say 'To-morrow is Saint Crispian:'
Then will he strip his sleeve and show his scars.
And say 'These wounds I had on Crispin's day.'
Old men forget: yet all shall be forgot,
But he'll remember with advantages
What feats he did that day: then shall our names.
Familiar in his mouth as household words
Harry the king, Bedford and Exeter,
Warwick and Talbot, Salisbury and Gloucester,
Be in their flowing cups freshly remember'd.
This story shall the good man teach his son;
And Crispin Crispian shall ne'er go by,
From this day to the ending of the world,
But we in it shall be remember'd;
We few, we happy few, we band of brothers;
For he to-day that sheds his blood with me
Shall be my brother; be he ne'er so vile,
This day shall gentle his condition:
And gentlemen in England now a-bed
Shall think themselves accursed they were not here,
And hold their manhoods cheap whiles any speaks
That fought with us upon Saint Crispin's day.


















HAMLET

HAMLET
To be, or not to be: that is the question:
Whether 'tis nobler in the mind to suffer
The slings and arrows of outrageous fortune,
Or to take arms against a sea of troubles,
And by opposing end them? To die: to sleep;
No more; and by a sleep to say we end
The heart-ache and the thousand natural shocks
That flesh is heir to, 'tis a consummation
Devoutly to be wish'd. To die, to sleep;
To sleep: perchance to dream: ay, there's the rub;
For in that sleep of death what dreams may come
When we have shuffled off this mortal coil,
Must give us pause: there's the respect
That makes calamity of so long life;
For who would bear the whips and scorns of time,
The oppressor's wrong, the proud man's contumely,
The pangs of despised love, the law's delay,
The insolence of office and the spurns
That patient merit of the unworthy takes,
When he himself might his quietus make
With a bare bodkin? who would fardels bear,
To grunt and sweat under a weary life,
But that the dread of something after death,
The undiscover'd country from whose bourn
No traveller returns, puzzles the will
And makes us rather bear those ills we have
Than fly to others that we know not of?
Thus conscience does make cowards of us all;
And thus the native hue of resolution
Is sicklied o'er with the pale cast of thought,
And enterprises of great pith and moment
With this regard their currents turn awry,
And lose the name of action.--Soft you now!
The fair Ophelia! Nymph, in thy orisons

Be all my sins remember'd.













THE MERCHANT OF VENICE



SHYLOCK

To bait fish withal: if it will feed nothing else,
it will feed my revenge. He hath disgraced me, and
hindered me half a million; laughed at my losses,
mocked at my gains, scorned my nation, thwarted my
bargains, cooled my friends, heated mine
enemies; and what's his reason? I am a Jew. Hath
not a Jew eyes? hath not a Jew hands, organs,
dimensions, senses, affections, passions? fed with
the same food, hurt with the same weapons, subject
to the same diseases, healed by the same means,
warmed and cooled by the same winter and summer, as
a Christian is? If you prick us, do we not bleed?
if you tickle us, do we not laugh? if you poison
us, do we not die? and if you wrong us, shall we not
revenge? If we are like you in the rest, we will
resemble you in that. If a Jew wrong a Christian,
what is his humility? Revenge. If a Christian
wrong a Jew, what should his sufferance be by
Christian example? Why, revenge. The villany you
teach me, I will execute, and it shall go hard but I
will better the instruction.








THE TEMPEST



PROSPERO

I'll deliver all;
And promise you calm seas, auspicious gales
And sail so expeditious that shall catch
Your royal fleet far off.


Aside to ARIEL



My Ariel, chick,

That is thy charge: then to the elements
Be free, and fare thou well! Please you, draw near.


Exeunt



EPILOGUE

SPOKEN BY PROSPERO
Now my charms are all o'erthrown,
And what strength I have's mine own,
Which is most faint: now, 'tis true,
I must be here confined by you,
Or sent to Naples. Let me not,
Since I have my dukedom got
And pardon'd the deceiver, dwell
In this bare island by your spell;
But release me from my bands
With the help of your good hands:
Gentle breath of yours my sails
Must fill, or else my project fails,
Which was to please. Now I want
Spirits to enforce, art to enchant,
And my ending is despair,
Unless I be relieved by prayer,
Which pierces so that it assaults
Mercy itself and frees all faults.
As you from crimes would pardon'd be,
Let your indulgence set me free.







A MIDSUMMER NIGHT'S DREAM




PUCK

If we shadows have offended,
Think but this, and all is mended,
That you have but slumber'd here
While these visions did appear.
And this weak and idle theme,
No more yielding but a dream,
Gentles, do not reprehend:
if you pardon, we will mend:
And, as I am an honest Puck,
If we have unearned luck
Now to 'scape the serpent's tongue,
We will make amends ere long;
Else the Puck a liar call;
So, good night unto you all.
Give me your hands, if we be friends,
And Robin shall restore amends.









                             


Stephen Warbeck - Shakespeare In Love OST - The End




Tuesday, 8 April 2014

Passions






Είμαι ένας αχταρμάς! Ναι, ναι αχταρμάς. 


"Νιώθω ότι έκαμα πολλά πράματα πολλά αργά τζιαι κάποια άλλα πολλά γλίορα." ~ inspired by Georgiana, Duchess of Devonshire by Amanda Foreman.

Εχτές εκαθάριζα το χαρτολόι μου που τις τράπεζες και παρόμοιες υπηρεσίες, τζιαι έπεσα πας σε κάτι «γράμματα» που έγραφα τότε σε ένα άτομο. Εν πολλά παράξενο να θκιαβάζεις τις σκέψεις σου μετά που πολύν τζιαιρό τζιαι να βλέπεις πόσο πολλά άλλαξες. Πόσο αλλάξαν οι σκέψεις σου, τα συναισθήματα σου. Τζιαι πόσο αλλοιωμένα τα βλέπεις ούλα. Όι πως ούλα όσα ένιωσες εν ήταν valid, αλλά μοιάζουν ούλα τόσο ξεθωριασμένα τζιαι μικροπρεπή πλέον. 

Το γνωστό καφεδάκι με την παρέα. Μα που άλλου; Σε ένα που τα σhίλια La Croissanderie που παραμονεύουν στην Λεμεσό. Εμετρήσαμε 13 τις προάλλες. Τζίζους! Κάποιος ερώταν την τζίντζερ την φιλενάς τι εν η δουλειά της. Λογίστρια. Έπεσε τζιαι η φράση «μα κάποιος εσπούδασε τζιαι μίντια έννε;». «Ωχ, ωχ», εσκέφτηκα, «εν εμένα που πέρκι να εννοά». Επολοήθηκα. Κάτι ένιωσα να με πνίει. «Εν εν μίντια που έκαμα!». Τζιαι μετά ήρτε τζίνη η ερώτηση που με ετσίγκλησε νάκκο: “ Όου, τζιαι τι εσπούδασες;». 





Πόθεν να αρκέψεις. Τι να πρωτοπείς. Για την εφταόροφη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου μου τζιαι τις ατέλειωτες ώρες που επέρασα τζιμέσα. Που εχάνουμουν μες τα βιβλία λες τζιαι ήταν θεοί μου; Που εμύριζα τις σελίδες των παλιών βιβλίων τζιαι ενόμιζα ότι ήμουν σε candy store? Που επίενα τουλάχιστον θκιο φορές την εφτομάδα στο second-hand bookstore down the street from my house to buy books that were published in 1906 for 99p?!? Που ανυπομονούσα να κάμνω παρουσιάσεις για να ετοιμάσω υλικό στα handouts με quotes που ούτε οι προφεσόροι μου εν ηξέραν; Που επέστρεφα πίσω που το κλαμπ τζιαι αντί να είμαι που πάνω που την τουαλέτα puking my guts out like my peers, I was totally sober and reciting Titus Andronicus η ώρα τρεις το χάραμα…






Ή να του πω για τις αμέτρητες ώρες που εκάθουμουν μες το σκοτάδι τζιαι έκαμνα manual editing. Τζιαι όταν λέω μάνουαλ, εννοώ κανονικά να ράφκω τζιαι να κόφκω σκηνές, λες τζιαι ήταν πατρόν. Το editing όπως εκάμναν πριν το 1994 (πριν το ‘The English Patient’ – first film to be digitally edited to win an Oscar for Best Editing), πριν μπει ολάκερο το entertainment business μες τον ψηφιακό κόσμο. Πριν γίνουν ούλα απλά ένα ‘κλικ’ τζιαι να το αποκαλείς μοντάζ. Που τζίντο editing. Τι να του πω; Που εβούρουν πάνω κάτω να έβρω σπόνσορες τζιαι σαν producer ήταν δουλειά μου τζιαι καθήκον μου να μεριμνώ για τα πάντα σε μια παραγωγή; Που εφρόντιζα το budget, the location, the light, the schedule, the sound, the food…oh the food. Never underestimate the power of feeding everyone on set. Πώς να εξηγήσω την διαδικασία που το χαρτί στην οθόνη; Τις ανασφάλειες του σεναριογράφου, την ανεξάντλητη ενέργεια του παραγωγού, το «όραμα» του σκηνοθέτη, την δημιουργικότητα του set designer/costume designer, την ακρίβεια του κινηματογραφιστή. 

Πραγματικά…εξηγούνται τούτα ούλα;;;;

Πώς να του μιλήσω τζιαι να του πω ότι ενώ οι συμφοιτήτριες μου εκάμναν δεσμό με τον έναν τζιαι τον άλλον, εγώ είχα δεσμό με τον ποιητή τζιαι αντί για all night partying, έβλεπα το Clockwork Orange / The Seventh Seal τζιαι επάθαινα eyegasm/eargasm/soulgasm. 

Τζιαι άτε λαλείς του τι εσπούδασες. Τζιαι μετά; Μετά ρωτάσε τι κάμνεις τωρά. Totally unrelated. Don’t get me wrong, I love what I currently do and the people I chose to work with. No complains here. No sirée. 

Αλλά κάτι μέσα μου με τσίμπησε. Ποιος καταλαβαίνει πραγματικά; 

Ποιος καταλάβει πως είναι να νιώθεις το πάθος ενός θεατρικού έργου ή την τραγικότητα μιας βικτωριανής νουβέλλας. Ή έστω την μαγεία μιας πραγματικά καλής ταινίας (το «καλή» ταινία εν πολλά υποκειμενικό). Την υφή, τον ήχο, τα χρώματα, την κάθε μικρή λεπτομέρεια που εφρόντιζε κάποιος την ώρα που εγυρίζαν ότι θα φανεί στο πλάνο. 

Τούτα ούλα εν βρίσκω πλάσμα να τα καταλάβει. Να τα νιώσει με το ίδιο πάθος που τα νιώθω εγώ. 

Τζιαι ναι, είμαι σίουρη ότι υπάρχει κάπου ένα πλάσμα τζιαμέ στον «έξω κόσμο» που πιθανόν να νιώθει το ίδιο με τούτο που νιώθω όταν βλέπω ένα θεατρικό έργο/όταν διαβάζω μιαν βικτωριανή νουβέλλα/όταν βλέπω μιαν «καλή» ταινία. 

Αλλά προς το παρών εν εσμείξαν οι δρόμοι μας. Τζιαι ίσως να μεν σμίξουν ποτέ. 

Τζιαι στην τελική, ακόμα ψάχνουμαι, τρώουμαι, τζιαι εν κάθουμαι ένα τόπο ήσυχη. 

Τζιαι ενοχλεί με όταν ο άλλος έσhιει μιαν αντίληψη για σένα όταν δεν ξέρει το πρώτο πράμα για το ταξίδι σου. Γιατί μόνο εσύ ξέρεις για το ταξίδι σου. Τζιαι τους Γολγοθάες σου. Μόνον εσύ ξέρεις πόσο γαίμα έφτυσες τζιαι how much ass you had to kiss to find inner peace and get to where you are now. Τζιαι μόνο εσύ μπορείς να αφήσεις του άλλους να δουν ποιος είσαι πραγματικά.







Αλλά επειδή εν είμαι πλάσμα που του αρέσκει να φουμίζεται, όσο παράξενο τζι' αν σας φένεται εσας δαμέ που με θκιαβάζετε - cause I just won't shut up about me (me, me, me, ME, ME, ME & me) - εν θα κάτσω να πω κάποιου "ναι ξέρεις επία τζιαι τζιαμέ, έκαμα το τζιαι τζίνο, εγνώρισα τζιαι τον τάδε σκηνοθέτη τζιαι έπιασα το τάδε βραβείο". Εν εν το στυλ μου. Αλλά ίσως θα έπρεπε γιατί εν καλό κάπου κάπου να δείχνεις τις διάφορες πτυχές του εαυτού σου, τζιαμέ που βλέπεις ότι αξίζει να τις δείξεις φυσικά. Μερικές φορές δείχνεις τες τζιαι στην τελική αναρρωθκιέσαι why you even bothered in the first place cause they simply weren't worth it or they don't give a damn, αλλά there's worse things out there I guess. 





Τζιαι στην τελική, τούτο που γυρέφκω νομίζω εν πάθος σε ότι τζι' αν κάμνω, τζιαι με όποιον τζι' αν είμαι. Τζιαι το βρίσκω ιδιαίτερα ανιαρό να περιτριγυρίζομαι απο άτομα χωρίς πάθος and zest for life. 





       

A Quick Beep
(2007)




Tuesday, 1 April 2014

Είμαι ένας άλλος









Το σαββατοκυρίακο εσυνόδεψα την μάδερ σε μια παράσταση που ήθελε στο Ριάλτο στη Λεμεσό, το 'Είμαι ένας άλλος' (I Am Another). Ελληνικός μόνολογος, με τον ηθοποιό Γιάννη Στάνκογλου να ερμηνεύει, το θεατρικό αυτό έργο μας έρχεται από τον Σουηδό Michael Azar, ο οποίος μέσα που τούτον τον θεατρικό μόνολογο εκφράζει τον θαυμασμό του προς την ζωή τζιαι το έργο του Ρεμπώ.  

Όπως έχω ξαναπεί, δύσκολα με βάλεις μες το θέατρο πλέον, ειδικά άμαν είναι τζιαι μονόλογος, πρέπει πραγματικά να με πείσεις για να δεχτώ να κάτσω κάτω τζιαι να δώκω προσοχή. Αλλά εχτές, όχι απλά έδωσα προσοχή, αλλά τζιαι την πλήρη κατανόηση τζιαι αποδοχή μου. 

Όταν πριν 2-3 χρόνια έτυχε να είμαι παρών στο έκτρωμα που ανέβασε ο Τηλεμάχου με τον Ξενοφώντος για την ζωή του Ρεμπώ, αποφάσισα να κάτσω να διαβάσω τζιαι νάκουρι μόνη μου τι εστί Ρεμπώ τζιαι γιατί αξίζει να ξέρω ποιός είναι τζιαι τι έκαμε. Ερχόμενος από την Γαλλική επαρχία, μεγαλώνοντας σε ένα υπερβολικά συντηριτικό και ανελεύθερο περιβάλλον, ο Ρεμπώ υπήρξε, αν θέλετε, ακόμα μια τραγική ψυχή που βολόδερνε την Γαλλία τζιαι την Ευρώπη προσπαθώντας να βρεί απαντήσεις περί ζωής, μεταξύ άλλων. Ποιητής στη ψυχή και στην ζωή, ο Ρεμπώ υπήρξε έμπνευση για πολλούς καλλιτέχνες τον 20ο και 21ο αιώνα. 

Ο Στάνκογλου με ενθουσίασε θετικά. Από την αρχή έθεσε ερωτήματα ζωτικής σημασίας περί της ανθρώπινης ύπαρξης, ποιοί είμαστε, που πάμε, ξέρουμε τι κάμνουμε κλπ. Μινιμαλιστικά σκηνικά, με χορδές να κρέμονται από πάνω, η κάθε μια εκ των οποίων κρατούσε και από ένα αντικείμενο-σύμβολο, το οποίο εσυνόδευε τον μονόλογο του ηθοποιού. Ένας χάρτης, μια μπουκάλι με ποτό, μια βαλίτσα, ένα σακάκι, βιβλία, καπέλο, ρολόι..Όλα σύμβολα που εκφράζαν την καταπίεση του χαρακτήρα προς εκείνα που ήθελε να κάνει και εκείνα που πραγματικά μπορούσε να κάνει. Έντονες οι τάσεις φυγής και οι κατηγορίες για την κοινωνία, έντονος και παθιασμένος φόβος για τον θάνατο και την ζωή.


Μια φράση που μας έμεινε τζιαι της μάδερ τζιαι εμένα από το θεατρικό:



"Η αρετή και η αμαρτία μοιράζονται τον ίδιο τάφο."


Ακριβής, θα έλεγα.


Αν τζιαι εξήνισε με νάκκο οι Τρύπες κάπου στα μισά της παράστασης. Μεν με παρεξηγήσετε, αγαπώ Αγγελάκα, αλλά νομίζω θα έπρεπε να το είχαν κρατήσει το τραγουδάκι είτε για το τέλος είτε απλά μόνο με την εισαγωγή της αρχής του τραγουδιού. 

Παρ'όλα αυτά...ο μονόλογος του Αζάρ σε ταΐζει με διάφορα ερωτήματα που ταλανίζουν τον άνθρωπο, χωρίς να σε κουράζει ιδιαίτερα, μιας η σκηνοθεσία εφρόντισε να εντάξει αρκετά πετυχημένα την κίνηση με τον λόγο τζιαι να τα συνδυάσει πολλά εύστοχα. 

Σε γενικές γραμμές πολλά ενδιαφέρον σαν μονόλογος που σίγουρα αξίζει να παρακολουθήσει κάποιος. Ιδαίτερα άτομα που τους αρέσκει η φιλοσοφία του Ρεμπώ. 





Evil
(Le Mal)

While the red spittle of the grape-shot
Whistles all day in the infinite blue sky:
While the battalions, scarlet or green, fly,
By the King who jeers, en masse, into the pot:
While the terrible stupidity grinds and crushes,
And makes a smoking heap of a thousand men:
– Poor Dead! In summer, among the rushes,
In your joy, sacred Nature, who created them!…
– There’s a God, who laughs at altar-cloths
Of damask, incense, and great gold chalices:
Who dozes to Hosannas for lullaby,
And wakes when mothers, gathered in their grief,
Weeping under their old black bonnets, sigh

And yield Him the coin knotted in their handkerchief.

~Arthur Rimbaud~





    

Τρύπες - Καινούργια Ζάλη