Thursday, 30 April 2015

Addiction(ς)








Πριν λίγες μέρες εγυρόφερνα μέσα στην μπλογκόσφαιρα τζιαι έπεσα πάνω σε ένα ποστ από το Πάκκο (άλλος Παννίκος άλλος Λαμπιόνης – don’t ask γιατί το δεύτερο nickname - βλέπε φώτο πιο πάνω), τζιαι έβαλε ένα γρίφο που ελάλε τι κοινό έχουν η μπλογκόσφαιρα με τη σεξουαλική του ζωή…..μάλλον εννωάν κάτι σαν τον #Droughtlander….τζιαι την ξηρασία που έπεσε τούντο διάστημα στη Καλιφόρνια. 

Εγώ θα πω όμως το άλλο…τι κοινό έχει η μπλογκόσφαιρα με το The Walking Dead? Όποιος το βρει, τζερνώ μαργαρίτες, cosmos τζιαι shots μαστίχας!!!
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
...όπως τζιαι στο The Walking Dead, η μπλογκόσφαιραχαροπαλεύει και είναι κάτι σαν τη ζωντανή νεκρή. Ο λίντερ πάντα λιο πολλά εν χαμένος (έχουμε Ρικ Γκράιμς της Κυπριακής-Μπανανιακής μπλογκόσφαιρας;;;;;;;) τζιαι οι υπόλοιποι επηζόντες προσπαθούν με σπαθκιά τζιαι με τα «μη» της μνήμης να επαναφέρουν πράματα που ήδη έχουν περάσει τζιαι δεν ξαναεπιστρέφουν.





Δεν θα πω ότι το μπλόγκινγκ τζιαι η γραφή είναι ξεπερασμένη τέχνη γιατί όσο υπάρχει ο άνθρωπος κάπου θα θέλει να γράφει τζιαι να μοιράζεται τις ιδέες του/απόψεις κλπ. Απλά το μπλόγκινγκ είναι καιρός να το παραδεχτούμε ότι είναι πλέον μακράν κορεσμένο (ποτέ νεκρό όμως, α!). 

Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και εβδομαδιαία δηλώνω φαν και συνεχίζω να γράφω γιατί ποτέ μα ποτέ δεν εξαντλούνται τα θέματα για να πεις ή να γράψεις κάτι. There will ALWAYS be something to write about…

So, κάτι ίσως που με έκαμε να σκεφτώ αυτή την εβδομάδα (τζιαι τις άλλες εσκέφτουμουν απλά I wasn’t blogging about it, okay?!?) είναι το πόσο addicted we all are…στο οτιδήποτε. Αιτία για τούτο υπήρξε ένας βλάκας, ο οποίος ασυνείδητος, εχτύπησε το παρκαρισμένο αυτοκίνητο της κάζιν (let’s call her…Aqua…) το οποίο αυτοκίνητο (άλλος Simba) ήταν παρκαρισμένο πόξω που το σπίτι της. Ας πούμε όι ότι της έφαε όλο τον κώλο του καημένου του Simba…εν άσπρο αυτοκίνητο που το έκαμε, be on the lookout...







Ένιγουεϊς….ξεφεύγω νάκκο….που θέλω να καταλήξω. Δυστυχώς τωρά η καημένη η Aqua επήρε τον Simba στον ισhιωτή, τζιαι για 2-3 μέρες δεν έχει μέσον να κινείται. Αυτό με άλλα λόγια στη Μπανανοχώρα μας σημαίνει……………….είσαι κουλλός. Κουτσός, στραός στον Άη Παντελεήμονα, ένα πράμα.

Τζιαι τούτο με έκαμε να σκεφτώ....εμένα, ποιόν άλλον;;;;


Εγώ ρε κουμπάρε θα σου μιλήσω ίσhια γιατί είμαι πλάσμα που τα λαλώ χύμα (όι τζίνο που φαντάζεστε το άλλο) τζιαι τα λέω έξω που τα δόγκια (γίατι έχω τζιαι μερικά σαπισμένα εν η αλήθκεια). Είμαι στη χερσόνησο της Μπανανίας εδώ και 5,5 αιματηρά χρόνια (εν τω χωνέφκω που να με ταϊζεις φλαματζέρι ούλλη μέρα), τζιαι όχημα δεν εκηάρησα να πιάσω. Ο λόγος;;;; Όπως το εκατάλαβες ντίαρεστ το μεγαλύτερο θέμα μου εν το οικονομικό (τι άλλο;;;;;;;;;;;; χαλλόοοοοοοοοου, δε ήντα που γίνετε γυρώσου!!!!!!!!!!) Να σημειώσω ότι έφκαλα άδεια οδήγησης εδώ και 6 χρόνια!!!! Τέσπα, πάμε πίσω σε σένα. Ναι, εσένα ντίαρ Κύπριε ρίντερ...Εσύ, ναι, εσύ που ξοθκιάζεις το μίνιμουμ 50ευρωπουλλάκια (το λιότερο α!) το μήνα για πεζίνες αντί να πιάνεις πάμπλικ-τράνσπορτ ή τα πόθκια σου ή έστω ένα ποδήλατο σιορ (κάμνεις τζιαι εξερσάιζ) για να πεις ότι κάμνεις τζιαι εσύ κάτι ενάντια στην καταπολέμηση του καυσαερίου στην ατμόσφαιρα – όι μετά να μου κλαίεσαι γιατί εν έτσι μπάι-πόλαρ ο τζιαιρός μας λέιτλι τζιαι να ζητάς εξορκισμούς να φκει ο Δεκέμβρης που τον Μάρτη/Απρίλη – κάλα σου κάμνει τζιαι γαμά σε ο τζιαιρός - Τέσπα, πάλε εξεφυγα. Που ήμουν;;;; Αααα ναι. 





Εγώ που λέτε όχημα δεν έχω. Τζιαι το πιο πιθανόν να μεν πιάσω τζιαι ποτέ, if I don’t absolutely have to. Εν εν ότι είμαι τόσο οικολογικά συνειδοτοποιημένη τζιαι το πέζω Ευρω-πέα τζιαι την έχω δει χιπστερικά ή εναλλακτικά, απλά θωρώ και βλέπω πόσο μεγαλύτερος μπελάς είναι να ΕΧΕΙ κάποιος όχημα που εμένα που ΔΕΝ έχω - Κοίτα άδειες κυκλοφορίες, ασφάλειες, λάδια, λάστιχα, βενζίνη και ότιδήποτε άλλο έξτρα τύχει να προκύψει - Ναι εν θα σου πω ότι εν ωραίο να υποχρεώνομαι σε άλλους άμαν θέλω να πάω μες τ’ ακάμμωτα ή στην Χώρα (άλλη πρώτεύουσα….χμμμ χμμμ). Ναι εν θα σου πω ότι εν ωραίο να θέλω να πάω έξω για μιαν μπύρα (Στέλλα Αρτουάς πλίζ!!! Ή έστω μια Γκίνες, αλλά όι τζίνη που εν μες το κουτούι, την ντραφτ πορφαβόρ! Μερσί) τζιαι εγώ να θέλω να φύω στο δύωρο αλλά να μεν μπορώ γιατί εν έχω κανέναν να με πάρει πίσω η ώρα 2 το χάραμα σπίτι (εν μου αρέσκει να μεινίσκω ως την αφκή λέμε τα γέριμα – I SLEEP – ΤΙ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙΣ;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;



My favorite thing to do is sleep photo tumblr_inline_mmvyyjKxMy1qz4rgp_zps3hseqqys.gif




...τζιαι έτσι, είμαι αναγκασμένη πολλές φορές να μεινίσκω τζιαμέ όπως την κούκουφη…σόου τις περισσότερες φορές (όι πως με χαλά) κάθουμαι σπίτι μου βάλω λίο Olivia Pope τζιαι κόκκινο κρασί τζιαι μεινίσκω στην ηρεμία του σπιθκιού μου.

Olivia Pope (Scandal) - If you want me, earn me! photo olivia pope_zpstoyen9iw.gif
 Μα εν εν θεάρα η γυναίκα?
Όι πέτε μου, εν εννι???



Μαααααα εν εν για addiction που θα εμιλούσα;;;;;;;;;; Ααα ναι, σόρρυ. Πίσω στο θέμα μου. Το κυρίως θέμα: τζιαι γυρίζω προς την Aqua (την καημένη) τζιαι λαλώ της προψές «λυπούμε σε νάκκο γιατί όκεϊ, εγώ εσυνήθισα πες να μεν έχω car, αλλά για σένα τούτες οι 2-3 μέρες θα εν πολλά δύσκολες». Γιατί είναι πολλά δύσκολο όταν είσαι συνηθισμένος (τζιαι εθισμένος) με κάτι να ξε-συνηθίσεις, ακόμα όταν τζιαι δεν το έχεις για μικρό χρονικό διάστημα. 


Ο κόσμος σήμερα εν πολλά εθισμένος/συνηθισμένος/βολεμένος, σε πολλά πράγματα. 


Να δώκω 2-3 πολλά επιφανειακά παραδείγματα



Η σοκολάτα: 

Παίρνει πρωτεία γιατί τζιαμέ που ενώ εμεγάλωνα τζιαι ενόμιζα ότι εν κάτι που μόνο οι γυναίκες μπορούν να ππέσσουν σαν τις λισhιασμένες πάνω τους (τι σεξιστική σκέψη), τελικά βλέπω συνεχώς γυρώ μου ότι είτε θήλυ είσαι είτε άρρεν τα ίδια σκατά. Ο λιχούδης εν λιχούδης ότι γένος τζιαι να' σαι. Μια γλυκιά εξάρτηση….αλλά ας μεν πάρει μόνο η σοκολάτα τα πρωτεία, μιας τζιαι γενικά βλέπω μια γενική μη-αντίσταση σε αυτή την μια και μοναδική σου αγάπη………..τη σοκολατένια σου αγάπη…………..(εν εν για τη Lacta που μιλώ μπάι δε γουέι). Π.χ. εμένα μου κάμνει πόλεμο η Aqua με την άλλη μας φιλενάς (ας την πούμε Dexterixie) γιατί ισχυρίζονται (εν φήμες) ότι η 5κιλη ποτσούα της νουτέλλας εν ΑΤΟΜΙΚΗ!!!!!!!!!!!! 


nutella photo nutella_zpsfsse90ks.gif


Ναι, μπορεί όντας υπερβαρό σαν άτομο να καταναλώνω ένα κάρο γλυκά (τζιαι ελληνικά σουβλάκια), αλλά ουδέποτε έκατσα στη ζωή μου να φάω πάνω από 2-3 κουταλιές νουτέλλα. Ακού μου τζι, ατομική!!!!! Μα πάτε καλά σιορ;;;;;;;; Ήντα μόνο τζιαι μόνο που το ακούω (φήμες λέμε) πάθαινω διαβήτη που μόνη μου. Άλλο να μου δώσεις καμιά-θκιο τρεις-τέσσερις-πέντε-έξι Kinder Bueno (με την μαύρη επικάλυψη πόξω όι τζίνη με την άσπρη πον αηδία τζιαι λανσάρει σαν false chocolate) ή καμιά Galaxy ή έστω καμιάν Bounty (καλά δαμέ εν θέμα πρέφερενς τζιαι ανάλογα με του τι PMS περνάς τζίντη φάση). 



Joey - I'm not even sorry photo anigif_enhanced-buzz-8786-1397143580-12_zpsmemfteth.gif


Γενικά, υπάρχει ένα γενικό φαινόμενο με τον εθισμό στο οτιδήποτε σοκολατόειδές στον περίγυρο μου. Όχι πως με ενοχλεί, αλλά φανταστείτε πόση σοκολάτα καταναλώνουμε κάθε χρόνο…..Τα εγγόνια μας θα έχουν άραγε τόση σοκολάτα να τρώνε σαν εμάς;;;;;



Το ίντερνετ: 







Φιλέ, παραδέξου το, είτε το πιάνεις που την PrimeTel είτε το πιάνεις που την CableNet είτε το πιάνεις που την (αγαπητή προς πλέον μισητή) CYTA, άμαν ππέσει το ίντερνετ, είτε δουλειά είσαι, είτε σπίτι, είτε για καφέ είτε για κάμπινγκ στα Ιμαλάϊα (τώρα πλέον δεν γίνετεεεεεεε μουαχαχαχαχα – bad joke of the day) είσαι πας σε αναμένα κάρβουνα γιατί δεν μπορείς να στείλεις τζίντο γαμημένο το Snapchat με τον καφέ του Starbucks ή να πιάσεις που Viber τον φίλο σου που το Σαν Φρασίνσκο ή τη θκειάσου που την Κλαφθκιά --- άλλη Κλαυδία….έχουμε ιστόρια με τούντο όνομα, τώρα να σας την πω….---



Σκηνικό – Πριν 3 χρόνια 

Η Λου ανέμελη συνοδηγός με τον αδελφό της (let’s name him….Brat….έτσι εν ο αδερφός στα ρώσικα…λονγκ στόρι, μεν ρωτάτε) μες τον αυτοκινητόδρομο Λάρνακα – Λεμεσός. Είμαστε κάπου μες τα χωρκά της Λάρνακας, πριν βγούμε για την έξοδο προς Λεμεσό*(θυμήστε μου να σας γράψω άλλο ανέκδοτο στο τέλος για τούτο), τζιαι βλέπω πας τες ταπέλες ένα χωριό που ονομάζεται ΚΛΑΥΔΙΑ. Αααααα λέω τζιαι εγώ, πρέπει να πιάσω την μάδερ να της το πω. 

Λου - (ενθουσιασμένη) Μάδερ, το ήξερες ότι στην Λάρνακα έσhιει ένα χωρκό που το λένε Κλαυδία;;;;
Μαμ - (after face-palming herself) Λου, καλή μου κόρη, εν εν Κλαυδία...εν Κλαυδιά (aka Κλαφθκιά εις την Κυπριακήν). 
Λου - Μα, μα...μα εν εν σαν το Εγώ, ο Κλαύδιος;;;;;;;;;;;;;; 
Μαμ - Νόου ντάρλινγκ, σόρρυ, αλλά είναι Κλαφθκιά. Άτε κλάψε τωρά...
Λου - (λες και εβουλιάξαν τα καράφκια της and she's about to cry) *I'm hunting shadows in the dark/In steaming jungles of the world* ...

Και έτσι έμαθα και για την Κλαυδιά της Λάρνακας....




 photo anigif_enhanced-buzz-30038-1366911844-10_zpscojfx4vy.gif 


Παμ πίσω. Το ίντερνετ όπως έλεγα τζιαι πιο πάνω, εν μες τους τοπ 5 εθισμούς του αιώνα. Είτε θα μαραζώνεις γιατί εφκήκε νέο επεισόδιο του Game of Thrones τζιαι πρέπει να το κατεβάσεις που το Torrent Freak (γαμ**** την πουτ***** μου μέσα, πάλε αλλάξασσιν domain τούτοι??? εκαταντήσαν σhειρότεροι τζιαι που τες Καρνάσhιαν που αλλάσσουν ρούχα for their over-sized butts!) είτε θα πρέπει να έσhιεις ίντερνετ για να παίξεις Candy-#myass-Crush ή LoL (aka League of Legends - Oy vey!) ή απλά για να κάτσεις να δεις τους 29 νέους τρόπους που μπορείς να κάμεις πεολειχία στο BuzzFeed!!! (JESAS!!!). Κοινώς όπως εκατάλαβες αν δεν προλάβεις τα γεγονότα που are trending on Twitter  -#societyvictim - θεωρήσε λειψός τζιαι κοινώς out of this world.... (but I thought I was....hmmmm



Ανθρώποι: 

Το αγαπημένο μου addiction ever...να μπλέκεις με fellow homo-σαπισμένους. Οι αγάπες, οι συγκρούσεις, οι αγκαλιές, οι τσακωμοί, γενικά αυτές οι στιγμές που περνάς με τους fellow-species σου και 99.9% of the time you'd wish you'd own a gun to shoot yourself in the face. Οι ανθρώποι εν επίσης ένα που τα βασικά addictions of this world. Τι;;;;;;;;;;; Βαρκέσαι τη ζωή σου;;; Μόλις εσχολάσες τζιαι you don't know what to do with yourself;;;;;;;;;;; Στέλνεις μήνυμα στο φατσοβιβλίο να δεις ποιoς έσhιει αθκιάσει να πάτε για μοχίτος τζιαι μπύρες;;;;;;; Δεν ξέρεις τι να κάμεις με τη ζωή σου άμαν εν έχεις κανέναν δίπλα σου;;;;;;;;; - *looks at the dog, who's over excited for another "walkies" by the beach and thinks ... "This is the first step of becoming the crazy-cat lady" #foreveralone*



#foreveralone photo ForeverAlone_zpsy0tbsszl.gif


Προσωπικά δεν είμαι (πλέον) άτομο που πρέπει να έχω κόσμο δίπλα μου (όλες τις στιγμές) για να νιώθω ότι έχω να κάμω κάτι ή για να γεμίσω το χρόνο μου κάπως. Με ευχαριστεί να έχω ανθρώπους να μοιράζομαι κάποια πράγματα, αλλά πλέον ζω το μότο "I am my own best friend"








Νιώθω τόσο content with myself και κάμνω τόση καλή παρέα με τον εαυτό μου, που μπορώ να γίνω πιολύ εγωίστρια σε ποιον θα δώσω χώρο και χρόνο στη ζωή μου (πλέον). Στο παρελθόν, (και όντας ιδεαλίστρια), πίστευα και νόμιζα ότι σημαντικό είναι να έχεις πολύ κόσμο δίπλα σου (φίλες, εραστές κλπ). Μαλακίες στο τετράγωνο. Οι πολύ ανθρώποι κάνουν θόρυβο, και οι ανθρώποι που αξίζουν να είναι δίπλα σου, είναι μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός σου χεριού. Είπε και ο πολυαγαπημένος Θανάσης Βέγγος... 


"Έπρεπε να γεράσω αγόρι μου, για να μάθω τι είναι ευτυχία. Τελικά ευτυχία, είναι ένα ζευγάρι χέρια, δυο χέρια. Αυτά που θα σ' αγκαλιάσουν, θα σε κρατήσουν, θα σε κοιμήσουν, θα σε περιποιηθούν, θα σου μαγειρέψουν, θα σε χαϊδέψουν και στο τέλος θα σου κλείσουν τα μάτια. Τα πολλά χέρια απλά σε κατσιάζουν. Χάσιμο χρόνου. Θα το δεις κι' εσύ όσο μεγαλώνεις." 

Τζιαι έτσι είναι. Τζιαι θα είμαι ειλικρινής. Επειδή είμαι ένα άτομο το οποίο στο παρελθόν υπήρξα εθισμένο σε άλλα άτομα, πλέον δεν μπορώ καν η ίδια να διανοηθώ όι μόνο να το κάνω αλλά τζιαι να μου το κάνουν. Ασφυκτιώ και φεύγω. Είμαι άτομο έντονο τζιαι με πάθος, αλλά πλέον το μετριάζω με τους ανθρώπους και το διοχετεύω προς εμένα και προς πιο δημιουργικά και προσωπικά μου θέματα. Δεν αναλώνω έτσι και η ίδια τον εαυτό μου. Φυσικά, δε μπορείς να κρατάς άμυνες πάντα και με όλους, γιατί είναι εκ της φύσης μας αδύνατον να μείνουμε μακριά από τους ανθρώπους. Αλλά τουλάχιστον έφτασα σε μια ηλικία που μπορώ να μετριάζω και πάθη και αποστάσεις και να αφήνομαι ως εκεί που με πέρνει και με μέτρο πάντα. (και κάπου στο background αντυχεί το 'Turning Tables' της Adele...."so, I won't let you, close enough to hurt me, no, I won't ask you, you to just desert me...next time I'll be braver, I'll be my own savior..." - τι στίχος ρε μαλάκα...σε αφήνει μπουκάλα)



I Just love thelevision - 30th rock photo 30 rock_zpsnohrc4eu.gif 


Πέραν τον ανθρώπων....εγώ π.χ. είμαι addicted to movies/TV Series/literature/books....κοινώς με αποκάλεσαν στο παρελθόν Movie Whore (pffffttt I'd wish....if I was a Movie Whore, I'd get paid for it, but alas, I'm merely a Movie Slut) Addiction...ας πούμε έχω τζιαι στα βιβλία. Ας πούμε κάθε μήνα το Sirius Dog Shelter κάμνει bookworm sale στην Λεμεσό στο (in)Theory Cocktail Bar (όχι ότι είμαι biased αλλά εν πολλά ωραίο να πάτε, κάμνει τζιαι πολλά εμπνευσμένα κόκτεϊλς) τζιαι κάποιος εγύρισε τζιαι είπε μου "εσκέφτηκες να δώσεις ποττέ εσύ βιβλία σαν donation" -------------------------



 photo tumblr_nargosLf5I1ttpwceo1_500_zpsj5no1qmh.gif 



I MEAN IS THIS A SERIOUS CONVERSATION?????????????????????????? Εγώωωωωω.......να δώσω βιβλίαααααααααααααααααααααααααααααααααααααααα;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;; What in the world of Almighty Jesus and the 12 Olympian Gods is wrong with youuuuuuuuuuuuuuuuu???????????? Δέχουμαι να αγοράζω για να βοηθήσω οικονομικά αλλά μεν μου ζητήσεις να δώκω την προίκα μου, Να χαρείς ότι αγαπάς!!!!! 



Τέσπα. Επειδή ξεφεύγω συνεχώς τζιαι το ποστ ήδη μου θυμίζει την Οδύσσεια του Αστερίξ (όι του Ομήρου, την άλλη) τζιαι τζίντα επικά ποστ της Αμαδρυάδας, λαλώ καλλύττερα να κάμνω wrap up γιατί εν τζιαι έννα φκάλω με πόιντ μετά που τούτο ούλο. 

Ούλα αρχίσαν όπως είπα τζιαι πιο πάνω με το γεγονός ότι η Aqua έστειλε για μερικές μέρες τον Simba στον γιατρό τζιαι τωρά εν νάκκο με κομμένα τα πόδια. Τζιαι εν νάκκο τραγικό να νομίζεις ότι εν μπορείς να κάμεις without something which you wouldn't be able to live without, αλλά η ανάγκη σε αναγκάζει να αναθεωρήσεις το πόσο εθισμένοι/συνηθισμένοι/βολεμένοι έχουμε γίνει σε πράγματα και ανθρώπους που ουσιαστικά μπορεί και να μην τους έχουν καν ανάγκη. 


Υπάρχουν πάμπολλα παραδείγματα τα οποία μπορώ να αναφέρω, αλλά νομίζω καλύτρερα να το αφήσω κάπου δαμέ πριν σας δημιουργήσω τζι' άλλες ημικρανίες. 



This is totally going in my blog photo tumblr_m5cx4sutYP1rwcc6bo1_500_zpszg9e5gz7.gif 


Και πριν κλείσω αυτό το επικό ποστ, να σας πω τζιαι το ανέκδοτο με την Λεμεσό-Λάρνακα γιατί είπα ότι κάποτε πρέπει να το μοιραστώ τζιαι δαμέσα τούτο - βασικά το ανέκδοτο είναι για Λευκωσία-Λεμεσό, και παρακαλώ οι Λευκωσιάτες αναγνώσται θέλω να κρατήσουν την ψυχραιμία τους....it's just a very truthful joke...


Επέστρεφε που λέτε πριν μερικά χρόνια ο Μπράτ πίσω που τη Χώρα τζιαι εμίλαν στο τηλέφωνο με τη μάδερ τζιαι λαλείς της "ξέρεις ποιό είναι το καλύτερο αξιοθέατο της Λευκωσίας"..... λαλεί τζιαι η μάδερ απορρημένη..."τι είναι;;;"....Και απαντά με απόλυτη ειλικρίνεια ο Μπρατ...."το τοξάκι που δείχνει στο δρόμο - ΠΡΟΣ ΛΕΜΕΣΟ". 







Ξέρω ότι οι fellow bloggers που κατάγονται ή μένουν Λευκωσία μπορεί να το βρουν κακόγουστο και κρύο, και ντάξ ξέρω ότι η Λευκωσία is not all bad (ειδικά η παλιά Λευκωσία εν όμορφη και ιδιαίτερα γραφική), αλλά σε σύγκριση από τις ελεύθερες περιοχές (και χωρίς να είμαι biased επειδή είμαι Λεμεσhiανή και μένω Λεμεσό) τα παράλια εν ανωτέρως πιο όμορφα από τη Χώρα. 




Με αυτό, θα σας εύχομαι όλους μια καλή πρωτομαγιά, καλή ξεκούραση, όσοι μπορείτε να πάτε τζιαι για καμιά βουθκιά κακό δεν κάνει (το νερό εδοκίμασα το, εν παίζεται μιλούμε!!!) τζιαι προσπαθήστε να get out of your comfort zone once in a while (λαλώ τα για να τα ακούω θέμας!), εν βλάφτει!


Άτε peace be with you all!







James Bay - Hold Back the River





Tuesday, 28 April 2015

2 Stories





Θα σας γράψω δυο αποσπάσματα. Το ένα είναι μια ιστορία. Δεν ξέρω αν είναι παιδική ή για ενίληκες. Και το δεύτερο είναι μια σκηνή. Δεν ξέρω αν είναι θεατρικό, τηλεοπτικό ή κινηματογραφικό. Διαβάστε τα και όσοι πιστοί εκεί έξω μπορείτε να μου πείτε ποιο απ' τα δυο σας άρεσε ή δε σας άρεσε (το γιατί εν προεραιτικό) και ποια ιστορία θα θέλατε να δείτε τη συνέχεια της βασικά ή αν δε θα θέλατε να δείτε τη συνέχεια της...


Ευχαριστώ εκ των προτέρων σε όσους διαβάσουν.



    ******************************************************************************************************






The Wave



Once upon a time, as the times would have it, a little child was born from the foams of the deep blue sea. It's name was Wave. Wave was neither a boy nor a girl, but rather it was simply a child of the sea. It was born on a windy night full of storms and thunders. By the morning time Wave was already a calm little soul. It would crash among the rocks, and splash around the earthly shores, lightly at the beginning and then a bit fiercer. It's mother was the Wind and its father was the Cloud. Wave always found a fancy in playing and dancing when it's mother would be in tumult. It was sort of a performance of some kind. As a child, the best thing to do was dance so fiercely with the rocky shores, it gave Wave a sense of euphoria. Wave met a lot of friends on its journeys; most of them though would change and leave behind just as the seasons changed. That saddened Wave the most. Losing friends or leaving friends behind. But Wave knew that time demanded a sense of growing and moving onto fiercer waters; the oceans. [...] 



...to be continued...



       ************************************************************************************************ 







Tree Stories


INT. NIGHT. PETER'S DAD'S LIVING-ROOM. 

Peter and Zoe are sitting on the couch laughing at funny videos. They're casually closer to each other. Their hands touch slightly. The atmosphere is electrified and they're both attracted to each other. Their heads are slowly colliding. They both take a sneak peak at each other. Their eyes meet and lock for brief seconds. Zoe slightly turns her gaze towards the laptop screen. Peter is shyly looking at Zoe now. Zoe is still focused on the PC screen explaining and talking about the software. She turns her head slightly and sweetly towards him.Peter then kisses Zoe. Simply at first but more passionately after. Zoe is shocked but responds to the passionate kiss. The kiss finishes and Zoe sort of breaks away to speak first. They are both breathless.



Zoe:
(breathless) Maybe, we shouldn't...
Shouldn't be doing this.  
Peter:
(still leering from the kiss) Why?
What's wrong with it?
You didn't like the kiss?   
Zoe:
Oh, I liked it alright. And I can think of a few
reasons why we shouldn't. (pause)
And no (beat), the kiss was good. Very good in fact.

Peter smiles. 



('cont) Zoe:
(kind of talking to herself)
This is the worrying part.
The awesomeness of that kiss. 

Zoe is leering now looking at Peter. Peter keeps smiling. Zoe slightly gets up and starts rumbling on. 



Peter:
So what is it then?   
Zoe:
Well... For starters, you're Emily's little brother.
So that means that I just had the awesomest kiss
ever with my best friend's younger brother!
(pauses) Not that there's a problem with that.
Only...(pause) (speaking a bit calculative now)
... if she were to find out we kissed,
I don't have the faintest idea what her reaction would be.
But regardless that...

Peter sits back and smiles at Zoe's rumbling. She's pacing up and down now, trying to list all the things that are wrong with the idea of "them". She doesn't pause for breath. 



('cont) Zoe:
Then there's the issue of me going
away in a few days. And a kiss like that...

Zoe is leering again. She snaps out of it. 



('cont) Zoe:
...could potentially be disastrous!
I mean, it can dangerously and potentially
turn into something more for sure, yes, which
that could fuck me up real nicely once I'm back
in the sodded south. In all literal sense.
And of course lest we forget, I'm sort of an
over imaginative psychotic lioness,
who likes to analyze everything down to its last drop,
so that's not good either. (makes a grimace and looks at Peter)
Then again, I am lovable and cute and
so so so so  (emphatically) hungry for love and
passion that I know that potentially the sex
would be shamazing. So that's a bonus. (another grimace)

Zoe turns to look at Peter now. Peter is still amused by her continuous rumbling and nods in approval but let's her rumble on still, to have her moment of total panicking. 



('cont) Zoe:
Of course, on the one hand,
this could turn into a very needy clingy
love affair with lots of great sex and witty jokes,
but possibly and ultimately it could, and would,
end in lots of tears and excruciating amounts of
booze and cheesy rom-com marathons.
Now THAT, could fuck me up royally,
cause since I'm leaving soon I will no longer have it.
So that's a minus. Then again, this might all
work out and I will have just sabotaged this
just now by talking too much cause I'm nervous
we've actually kissed and there's nothing to make
me shut up cause all I keep thinking is how intolerably
hot I am still from the kiss and
how I want to kiss you again but....

Peter pulls her towards him who's stood up by this point and kisses her fiercely and passionately. They kiss for a long time. They are both breathless. They are still very hungry for each other. 



Zoe:  (whispering)
I guess that could um make me shut up.   
Peter:  (softly)
Yes, it could. 

Peter kisses her side of the neck softly. They're still embracing and looking at one another passionately. 



Zoe:
So...   
Peter:
So...then. 

Zoe smiles. Peter is looking at her intently and with passion. 



Zoe:
Live and let die, I suppose...?!?

She's looking at him with hungry puppy eyes. Peter is smiling with desire. He puts his hands on her face making a move for another kiss but halts for a bit. 



Peter:
We'll both jump, then.
Together. Eh? What do you think? 

Zoe smiles sweetly now. She's enfolded in his embrace. She momentarily breaks away and heads to the door of the room. Peter's gaze follows her. 



Zoe:
Come. Let's jump. 

Zoe stretches out her hand to him. Peter goes to her and takes her hand. He leads her up the stairs and into his room. 



--Cut to. 

INT. NIGHT. PETER'S ROOM. 


*******************************************************************************************************



Απολογούμαι για το φόρματ του μίνι-σεναρίου γιατί απλά ο μπλόγκερ εκάμνε πολλά κούτζια για να το βάλω σε σεναριακό φόρματ. Τέλος πάντων, διαβάζετε θέλω να πιστεύω. 


Αφήστε σχόλια, εισηγήσεις κλπ. 
Όλα καλοδεχούμενα. 




Cloud Atlas End Title - Tom Tykwer



Monday, 27 April 2015

The Fisherman and the Golden Fish




Την προηγούμενη εβδομάδα, ήρθε στο γραφείο μια πελάτισσα και άρχισε να μου μιλά γενικά και αόριστα για διάφορα. Μες τα διάφορα, άρχισε να μου λέει και μια ιστορία από τον Πούσκιν. Δυστυχώς δεν κατάφερε να μου ολοκληρώσει την ιστορία, αλλά την βρήκα στο διαδύκτιο στα αγγλικά. Μια καλή ιστορία με πολλά νοήματα. 

Απολαύστε! 



**************************************************************************************************************




The Fisherman and The Golden Fish


Once upon a time, on the island of Buyan, there stood a small tumble-down cottage; and in that cottage dwelt an old man and woman. They lived in great poverty. The old man would cast his net and try to catch some fish; but all he caught was barely enough to keep body and soul together each day. One day the old man cast his net, began to haul it in and felt something heavy in it; never had he felt the like before. He could hardly pull it in. Yet when he looked he saw the net was empty: except for a little fish. But it was no ordinary fish—it was golden. And it spoke in a human voice, "Don't take me, old man! Let me go back to the deep blue sea and I'll be useful to you: I'll do whatever you wish." The old man set to thinking, then said, "I need nothing from you: go back and swim in the sea." Golden Fish

He threw the golden fish into the sea and turned for home. The old woman asked him how much he had caught. "Nothing but a single golden fish, and that I threw back into the sea," he said. "It spoke in a human voice: 'Let me go,' it said, 'into the deep blue sea and I'll do whatever you wish.' I was sorry for it, asked for naught and set it free." "Oh, you old devil!" exclaimed his wife. "Good luck falls from the skies and you haven't the sense to grab it." She grew angry and cursed the old man from mom till night, giving him no peace. "You could have asked for bread at least," she yelled at him. "We won't have a dry crust to eat soon, what'll you do then?" In despatir the old man went down to the seashore to ask the golden fish for bread; coming to the sea-edge he shouted in a loud voice: "Fish, oh fish! Stand with your tail on the sea and your head facing me." The fish came swimming to the shore. "What do you need, old man?" it asked. "The old woman is angry with me and has sent me for bread." "Go home, you'll have bread aplenty," said the fish. So he went back home and asked his old woman whether there was any bread. "Bread aplenty," she replied. "But here's the rub: my tub has sprung a leak and I can't do the washing. Go back to your golden fish and ask it for a new wash-tub."

Back went the old man to the sea. "Fish, oh fish!" he shouted. "Stand with your tail on the sea and your head facing me." Up swam the golden fish. "What do you need, old man?" it asked. "The old woman sent me, she wants a new wash-tub." "All right, you'll have a wash-tub too," it said. Back home went the old man; but before he had crossed the threshold, the old woman set on him again. "Go back," she said, "to your golden fish and ask it to build us a new house. We can't live here any more, it's falling about our ears." Off went the old man to the sea, calling, "Fish, oh fish! Stand with your tail on the sea and your head facing me." Up swam the fish, stood its tail on the sea and faced him directly, asking, "What do you need, old man?" "Build us a new house," he said, "the old woman is angry and won't give me any peace. She says she won't live in the old cottage anymore, because it's falling about her ears." "Cheer up, old man," said the fish. "Go on home and say your prayers; all will be done."

So the old man returned and what should he see but a brand new house, made of oak, with carved eaves. And there was his old woman rushing at him, even wilder than before, cursing louder than ever: "Oh, you old fool! You don't know good luck when you stare it in the face. You ask for a house and think that's enough! No, you go back to that golden fish and tell it this: I don't want to be a fisherman's wife, I want to be a fine lady, so that good folk do as I tell them and bow low when they meet me." Back he went to the sea and said in a loud voice, "Fish, oh fish! Stand with your tail on the sea and your head facing me." Up swam the fish, stood its tail on the sea and faced him directly. "What do you need, old man?" it asked. "The old woman gives me no peace," he said. "She's gone raving mad: she's tired of being a fisherman's wife, she wants to be a fine lady." "Very well, cheer up. Go home and say your prayers; all will be done."

So the old man went home and was surprised to see a big stone house in place of his hut, rising up three floors; with servants running about in the yard, cooks bangmg in the kitchen, and his old woman sitting on a high chair in a rich brocade dress, giving orders. "Hello, wife," the old man said. "What impudence!" the bro- caded lady cried. "How dare you address me, a fine lady, as your wife. Servants! Take that silly old dolt to the stables and give him forty lashes till he's sore." Right away the servants came running in, seized the old man by the scruff of the neck and hauled him off to the stables. There he got such a thrashing that he could barely stand. After that the old woman made him her yardman; he was given a broom to sweep the yard and made to eat and drink in the kitchen. What a life the old man led: all day sweeping out the yard, and if he missed a speck of dust he was hauled off to the stables for a whipping. "What a witch!" he thought. "I bring her good fortune, and she sticks her nose in the air, doesn't even consider me her husband."

By and by the old woman grew tired of being a fine lady, had the old man brought to her and ordered him, "Go back to the golden fish, you old devil, and tell it this: I don't want to be the Governor's Lady, after all; I want to be the Queen." So the old man went down to the sea and called, "Fish, oh fish! Stand with your tail on the sea, and your head facing me." Up swam the golden fish, asking, "What do you need, old man?" "My old woman has gone even further round the bend; she doesn't want to be a fine lady, she wants to be the Queen." "Cheer up," said the fish. "Go home and say your prayers; all will be done." So the old man returned and instead of his former home saw a towering palace with a roof of gold; guardsmen with rifles marched up and down; behind the palace were elegant gardens, while in front was a big green meadow on which troops were parading. The old woman, all dressed up like a queen, appeared on the balcony with her generals and governors, and began to inspect her troops and take the salute. The drums went bang and the music rang and the soldiers shouted "Hurrah".

By and by the old woman grew tired of being the Queen. She ordered a search for the old man so that she might set eyes on him again. What a fuss there was! The generals buzzed about, the governors huffed and puffed. 'What old man could she mean?' Finally he was found in the back yard and brought before the Queen. "Lis- ten, you old devil," the woman said. "Go to the golden fish and tell it this: I don't want to be the Queen any more, I want to be the Mistress of the Sea, so that all the seas and all the fish obey me." The old man tried to object. But what was the use? If he didn't go he'd lose his head! So, reluctantly he went down to the sea and called, "Fish, oh fish! Stand with your tail on the sea and your head facing me." But this time no golden fish appeared. The old man called it once more—and again no fish. He called it a third time—and suddenly the sea began to murmur and seethe. Where the waters bad been clear and blue, they were now black as pitch. Up swam the fish to the shore, asking, "What do you need, old man?" "The old woman has gone even madder," he said. "She's tired of being the Queen and wants to be the Mistress of the Sea, ruling all the waters, commanding all the fish."

The golden fish said nothing to the old man, just turned tail and vanished into the depths. The old man went back and could scarce believe his eyes: the palace had gone, and in its place stood a small tumble-down cottage. And inside the cottage sat his old woman in a ragged sarafan. They began to live as before. The old man set about his fishing, but no matter how often he cast his net into the sea, never again.


***************************************************************************************************************

Σημείωση: Η ιστορία υπάρχει και σαν ποίημα εδώ.
Επίσης μπορείτε να βρείτε και την προσαρμοσμένο βέρζιον της πιο πάνω ιστορίας από τους Αδελφούς Γκριμ εδώ



Καλή εβδομάδα σε όλους! 






Jem - They 

Sunday, 19 April 2015

Η Καρδιά ενος Ποντικού




Η σημερινή μας ιστορία, είναι από το ελληνικό λογοτεχνικό βιβλίο το οποίο διδάσκετε στην ΣΤ' Δημοτικού στην Ελλάδα (δεν ξέρω αν κρατούν και το ίδιο εδώ μέσα). Βρήκα που λέτε μια χαριτωμένη ιστορία γραμμένη από τον Ρόαλντ Νταλ. Ελπίζω να σας αρέσει...


                     *********************************************************





Η καρδιά ενός ποντικού
 

Τις μάγισσες σήμερα δεν τις ξεχωρίζεις. Είναι συνηθισμένες γυναίκες, γι' αυτό και μπορούν να κυκλοφορούν απαρατήρητες ανάμεσά μας. Σκοπός τους είναι να απαλλαγούν από τα παιδιά. Έτσι, λοιπόν, μεταμόρφωσαν σε ποντίκι το μικρό πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος, που από λάθος παρακολούθησε ένα συνέδριό τους. Ο ήρωάς μας, ωστόσο, δεν έμεινε με δεμένα τα χέρια. Με τη βοήθεια της γιαγιάς του και της φόρμουλας 86 - Ποντικοκατασκευή Αργής Δράσης, καταδίωξε και εξολόθρευσε τις κακές μάγισσες.

Ήταν υπέροχα που ξαναβρεθήκαμε πάλι στη Νορβηγία, στο όμορφο παλιό σπίτι της γιαγιάς μου. Μα τώρα που ήμουν τόσο μικροσκοπικός, τα πάντα έμοιαζαν διαφορετικά και μου πήρε αρκετό χρόνο να προσαρμοστώ. Ο δικός μου κόσμος ήταν ο κόσμος των χαλιών, των ποδιών των τραπεζιών και των καρεκλών και οι μικρές χαραμάδες πίσω από τα μεγάλα έπιπλα. Μια κλειστή πόρτα δε θα μπορούσε ν' ανοίξει και τίποτα από όσα βρίσκονταν πάνω σ' ένα τραπέζι δε θα μπορούσα πια να φτάσω.
Αλλά μετά από λίγες μέρες, η γιαγιά μου έβαλε το μυαλό της να δουλέψει σκληρά και να σκεφτεί μικροεφευρέσεις που θα έκαναν τη ζωή μου πιο εύκολη.
Η γιαγιά μου μου έφτιαξε μια μικροσκοπική οδοντόβουρτσα, χρησιμοποιώντας ένα σπιρτόξυλο για χερούλι, και σ' αυτό κόλλησε μικρά κομμάτια τρίχας, που είχε κόψει από μια βούρτσα των μαλλιών της.
—  Δεν πρέπει να τρυπήσουν τα δόντια σου, μου είπε. Δεν μπορώ να πάω ένα ποντίκι στον οδοντίατρο! Θα πίστευε πως έχει να κάνει με τρελή!
—  Είναι αστείο, είπα, αλλά από τότε που έγινα ποντίκι, μισώ τη γεύση των γλυκών και της σοκολάτας. Γι' αυτό και δεν πιστεύω πως θα χαλάσουν τα δόντια μου.
—  Θα πρέπει να συνεχίσεις να βουρτσίζεις τα δόντια σου μετά από κάθε γεύμα, είπε η γιαγιά μου.
Κι έκανα όπως με συμβούλεψε.
Για μπανιέρα μού έδωσε μια ασημένια ζαχαριέρα κι έκανα μπάνιο σ' αυτήν κάθε βράδυ πριν πάω για ύπνο. Δεν επέτρεπε σε κανέναν άλλο να μπαίνει στο σπίτι. Μέναμε ολομόναχοι οι δυο μας κι ήμασταν πολύ ευτυχισμένοι ο ένας με τη συντροφιά του άλλου.
Ένα βράδυ η γιαγιά μου κάπνιζε το μαύρο της πούρο, ενώ εγώ μισοκοιμόμουν μακάρια στη ζεστή αγκαλιά της.
—  Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι, γιαγιά; είπα.
—  Ρώτησέ με ό,τι θέλεις, αγαπούλα μου.
—  Πόσα χρόνια ζει ένα ποντίκι;
—  Α, είπε. Την περίμενα αυτή την ερώτηση.
Ακολούθησε σιωπή. Καθόταν εκεί καπνίζοντας και κοίταζε τη φωτιά.
—  Λοιπόν, είπα, πόσα χρόνια ζούμε εμείς τα ποντίκια;
—     Κάθισα και διάβασα όλα όσα έχουν σχέση με τα ποντίκια, είπε. Προσπάθησα ν' ανακαλύψω τα πάντα που έχουν να κάνουν με τα ποντίκια.
—    Συνέχισε λοιπόν, γιαγιά. Γιατί δε μου λες;
—     Αν πραγματικά θέλεις να το μάθεις, είπε, φοβάμαι πως ένα ποντίκι δε ζει για πάρα πολύ μεγάλο διάστημα.
—    Πόσο διάστημα; ρώτησα.
—     Λοιπόν, ένα φυσιολογικό ποντίκι ζει μόνο γύρω στα τρία χρόνια, είπε. Μα εσύ δεν είσαι φυσιολογικό. Είσαι άνθρωπος-ποντίκι, κι αυτό είναι πολύ διαφορετικό.
—    Πόσο διαφορετικό; ρώτησα. Πόσο διάστημα ζει ένας άνθρωπος-ποντίκι, γιαγιά;
—    Περισσότερο, είπε. Πολύ περισσότερο.
—    Πόσο πολύ περισσότερο; ρώτησα.
—    Ένας άνθρωπος-ποντικός είναι σχεδόν σίγουρο πως ζει τρεις φορές περισσότερο σε διάρκεια από ένα φυσιολογικό ποντίκι, είπε η γιαγιά μου. Γύρω στα εννιά χρόνια.
—    Πολύ καλά! Φώναξα. Αυτό είναι σπουδαίο! Είναι τα καλύτερα νέα που άκουσα στη ζωή μου!
—    Γιατί το λες αυτό; ρώτησε ξαφνιασμένη.
—    Γιατί ποτέ δε θα ήθελα να ζήσω περισσότερο από σένα, της είπα. Δε θα το άντεχα να με φρόντιζε κανείς άλλος εκτός από σένα.
Ακολούθησε μια μικρή σιωπή. Είχε ένα μοναδικό τρόπο να με χαϊδεύει πίσω από τ' αυτιά με την άκρη του δαχτύλου της. Ένιωθα υπέροχα.
—    Πόσων ετών είσαι, γιαγιά; ρώτησα.
—    Ογδόντα έξι, είπε.
—    Θα ζήσεις ακόμα άλλα οκτώ με εννιά χρόνια;
—    Πιθανόν, είπε. Με λίγη τύχη.
—    Πρέπει να ζήσεις, της είπα. Γιατί τότε θα είμαι ένα πολύ γέρικο ποντίκι κι εσύ θα είσαι μια πολύ γριά γιαγιά και θα πεθάνουμε μαζί και οι δύο.
—    Αυτό θα ήταν υπέροχο, είπε.
Μετά από αυτή την κουβέντα με πήρε για λίγο ο ύπνος. Έκλεισα τα μάτια μου και δε σκεφτόμουν τίποτα κι ένιωσα γαληνεμένος.
—     Θα ήθελες να σου πω κάτι για σένα που είναι πολύ ενδιαφέρον; Με ρώτησε η γιαγιά μου.
—    Ναι, σε παρακαλώ, γιαγιά, είπα, χωρίς ν' ανοίξω τα μάτια μου.
—    Δεν μπορούσα να το πιστέψω στην αρχή, αλλά είναι ολοφάνερο πως είναι αλήθεια, μου είπε.
—    Για τι πράγμα μιλάς; Τη ρώτησα.
—    Για την καρδιά ενός ποντικιού, είπε. Η καρδιά σου χτυπάει πεντακόσιες φορές το λεπτό! Δεν είναι εκπληκτικό;
—  Δεν είναι δυνατόν, είπα, ανοίγοντας διάπλατα τα μάτια μου.
—  Είναι αληθινό όπως το γεγονός πως αυτή τη στιγμή καθόμαστε εδώ και κουβεντιάζουμε, μου είπε. Είναι κάτι σαν θαύμα.
—  Αυτό σημαίνει σχεδόν εννιά παλμούς το δευτερόλεπτο, φώναξα, κάνοντας τον υπολογισμό από μνήμης.
—  Σωστά, είπε. Η καρδιά σου χτυπάει τόσο γρήγορα, που είναι αδύνατο να ξεχωρίσεις έναν έναν τους χτύπους της. Το μόνο που ακούει κανείς είναι ένας απαλός ήχος σαν βουητό.
Φορούσε ένα δαντελένιο φουστάνι και η δαντέλα μού γαργαλούσε συνέχεια τη μύτη. Αναγκάστηκα ν' ακουμπήσω το κεφάλι μου στα μπροστινά μου πόδια.
—    Έχεις ακούσει ποτέ το βουητό της καρδιάς μου, γιαγιά; Τη ρώτησα.
—  Συχνά, μου είπε. Το ακούω όταν είσαι ξαπλωμένος πολύ κοντά μου στο μαξιλάρι το βράδυ.
Μείναμε σιωπηλοί οι δυο μας μπροστά στη φωτιά για αρκετό διάστημα μετά από αυτή την κουβέντα μας και σκεφτόμασταν όλα αυτά τα θαυμαστά πράγματα.
—  Αγαπούλα μου, είπε στο τέλος, είσαι σίγουρος πως δε σε πειράζει που θα παραμείνεις ποντίκι για όλη την υπόλοιπη ζωή σου;
—  Δε με νοιάζει καθόλου, της είπα. Δεν έχει σημασία το ποιος είσαι ή με τι μοιάζεις για όσο διάστημα κάποιος σ' αγαπάει και νοιάζεται για σένα.


μετάφραση: Κώστια Κοντολέων


               ************************************************************


Καλή εβδομάδα σε όλους να έχετε. 
Μην ξεχνάτε να λέτε σ'αγαπώ...





Sarah Jaffe - Clementine






Wednesday, 15 April 2015

Η Πασχαλιά & ο Βασιλικός




Μιας και το' χει η γιορτή και οι μέρες ας σας γράψω σήμερα δυο μύθους λουλουδιών: 'Η Πασχαλιά' και 'Ο Βασιλικός'. 

           *************************************************




Η Πασχαλιά 

Όταν γεννήθηκε ο Χριστός στη φάτνη της Βηθλεέμ, ο Ηρώδης, ο βασιλιάς της Ιουδαίας με τη σκληρή καρδιά, έδωσε διαταγή να σκοτώσουν όλα τα αγοράκια, όσα είχαν ηλικία απο μιας ημέρως ως δυο χρονών! Είχε πληροφορηθεί ότι γεννήθηκε ο βασιλιάς των Ιουδαίων και φοβήθηκε πως θα του πάρει το θρόνο! Επειδή όμως δεν ήξερε ποιο ήταν αυτό το μωρό και που ακριβώς είχε γεννηθεί, αποφάσισε να σκοτώσει δυο χιλιάδες βρέφη!

Ο Θεός ειδοποίησε τη νύχτα μ' έναν άγγελο τον Ιωσήφ, να φύγουν αμέσως για την Αίγυπτο για να σωθεί ο Χριστός. Ανέβηκε σ' ένα γαϊδουράκι η Μαρία κρατώντας το Θείο Βρέφος στην αγκαλιά της και ξεκίνησε μέσα στη νύχτα για την Αίγυπτο. 

Ξημέρωσε η άλλη μέρα και βρέθηκαν να προσωρούν σε μια μεγάλη έρημο. Κι' όταν ο ήλιος ανέβηκε ψηλά στον ουρανό, άρχισε να κάνει φοβερή ζέστη. 

-Τι κρίμα! είπε σε μια στιγμή αναστενάζοντας η Μαρία. Δεν υπάρχει ούτε ένα δεντράκι σ' αυτή την έρημο να σταθούμε και να δροσιστούμε λιγάκι στον ίσκιο του. 

Ξαφνικά φύτρωσε μπροστά τους ένα δεντράκι με πολλά πυκνά φύλλα. Η Αγία Οικογένεια σταμάτησε την πορεία της και για αρκετές ώρες ξεκουράστηκε στο δροσερό του ίσκιο. Αυτό το δεντράκι ονομάστηκε αργότερα πασχαλιά, και να γιατί. 

Όταν σταύρωσαν οι Ιουδαίοι το Χριστό, κοντά στον Γολγοθά είχε φυτρώσει το ίδιο δεντράκι. Από τον καημό του, βλέποντας τον Κύριο να σταυρώνεται, μαράθηκε. Όταν όμως τριες μέρες αργότερα ο Ιησούς αναστήθηκε, η πασχαλιά ζωντάνεψε και γέμισε με τσαμπιά από όμορφα μωβ και μυρωδάτα λουλούδια, για να πάρει κι' αυτή μέρος στη μεγάλη χαρά. Γι' αυτό ονομάστηκε πασχαλιά. 


    ************************************************************





Ο Βασιλικός


Ο Μέγας Κωνσταντίνος, αφού νίκησε τους ειδωλολάτρες, διάλεξε για πρωτεύουσα του το Βυζάντιο, που για χάρη του ονομάστηκε αργότερα Κωνσταντινούπολη. Ο Χριστιανισμός είχε επικρατήσει στην απέραντη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Η μητέρα του Κωνσταντίνου, η Αγία Ελένη, αποφάσισε να επισκεφθεί τους Αγίους Τόπους, να γνωρίσει τα μέρη όπου έζησε και μαρτύρησε ο Χριστός, να προσκυνήσει τα ίχνη που άφησε το άγιο πέρασμα του.

Έφθασε στην Ιερουσαλήμ με αρκετή συνοδεία και αφού πραγματοποίησε το μεγάλο της όνειρο, αποφάσισε να ψάξει παντού για να βρει τον σταυρό πάνω στον οποίο μαρτύρησε ο Κύριος. Ρώτησε παντού αλλά οι πληροφορίες που της έδωσαν ήταν απογοητευτικές. Μερικοί της είπαν ότι ο σταυρός του Χριστού και των δυο ληστών που σταυρώθηκαν μαζί του, είχαν καεί. Άλλοι της είπαν ότι τους είχαν κόψει σε μικρά κομμάτια οι Ρωμαίοι. Κι' άλλοι πως τάχα το σταυρό του Κυρίου τον είχαν πάρει μερικοί Χριστιανοί και ποιος ξέρει που να βρισκόταν τώρα. 

Γύρισε άπρακτη στην Κωνσταντινούπολη η Αγία Ελένη αλλά δεν μπόρεσε να ησυχάσει. Το' βαλε σαν σκοπό της ζωής της να βρει τον Τίμιο Σταυρό. Έτσι, τον άλλο χρόνο ξαναπήγε στην Ιερουσαλήμ. Αυτή τη φορά κάποιοι της είπαν ότι ο σταυρός του Χριστού βρισκόταν θαμμένος στο Γολγοθά. Πλήρωσε τότε αρκετούς εργάτες η μητέρα του Κωνσταντίνου και άρχισε τις ανασκαφές. Πέρασαν μέρες χωρίς να βρεθεί τίποτε. Μα, ξαφνικά, ένα πρωί η σκαπάνη ενός εργάτη χτύπησε πάνω σε ξύλο...Ναι, ήταν ο σταυρός!

Η Ελένη τον άγγιξε με συγκίνηση και λαχτάρα. Επιτέλους το όνειρο της πραγματοποιήθηκε! Βρήκε το σταυρό που πάνω του ξεψύχησε ο Κύριος! Όμως... τον πρώτο της ενθουσιασμό τον ακολούθησε η ανησυχία. Ν' ανήκε τάχα αυτός ο σταυρός στον Κύριο ή μήπως σ' έναν από τους δυο ληστές; 

Έδωσε διαταγή να συνεχιστούν οι ανασκαφές. Και να που δικαιώθηκαν οι ανησυχίες της. Λίγο πιο πέρα βρέθηκαν άλλοι δυο σταυροί. Κι' ήταν και οι τρεις τους όμοιοι. Σε ποιον λοιπόν από τους τρεις σταυρούς είχε σταυρωθεί ο Κύριος; 

Κάλεσε κοντά της ανθρώπους ειδικούς με την ελπίδα πως θα μπορούσαν να ξεχωρίσουν το σταυρό του Κυρίοθ. Αλλά κανείς από αυτούς δε μπόρεσε να τη βοηθήσει.

Πέρασαν πολλά μερόνυχτα γεμάτα αγωνία και καημό για την Αγία Ελένη. Δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Να σηκώσει από τη γη και τους τρεις σταυρούς; Ποιον από τους τρεις θα προσκυνούσαν οι Χριστιανοί; Δεν υπήρχε τρόπος να ξεχωρίσει τον Τίμιο Σταυρό. Μόνο ένα θαύμα θα μπορούσε να την βοηθήσει. Και το θαύμα έγινε. 

Ένα βράδυ παρουσιάστηκε στ' όνειρο της ένας άγγελος.

-Τι είναι εκείνο που σε βασανίζει, Ελένη; τη ρώτησε.
-Βρήκα τους τρεις σταυρούς στο Γολγοθά, του εξήγησε η Ελένη, αλλά δεν μπορώω να ξεχωρίσω ποιος από αυτούς είναι ο σταυρός του Κυρίου. 
-Ο σταυρός του Κυρίου έχει ένα σημάδει και μπορείς να τον ξεχωρίσεις εύκολα.
-Μα...εγώ δε βρήκα κανένα σημάδι! Είναι και οι τρεις ίδιοι. 
-Πήγαινε στο Γολγοθά και κοίταξε τους τρεις σταυρούς, τη συμβούλεψε ο άγγελος, και δεν θα δυσκολευτείς να βρεις εκείνον που ζητάς. 

Ξύπνησε γεμάτη λαχτάρα και ταραχή η Ελένη. Από το παράθυρο της είδε το πρώτο φως της αυγής να χαράζει στον ορίζοντας. Το όνειρο την είχε αναστατώσει και αποφάσισε να πραγματοποιήσει τη συμβουλή ποθ της έδωσε ο άγγελος. Βγήκε από το σπίτι που έμενε και παίρνοντας μαζί της αρκετούς συνοδούς ξεκίνησε για το Γολγοθά. Πλησίασε στο σημείο που είχαν βρεθεί οι τρεις σταυροί, ανάμεσα σ' ένα σωρό από χώματα και πέτρες. Και τότε...είδε κάτι που έκανε τη καρδιά της να σκιρτήσει από χαρά και συγκίνηση. Στο επάνω μέρος του ενός σταυρού είχε φυτρώσει ένα φουντωτό, ένα πράσινο και τρυφερό λουλούδι! 

Η Ελένη γονάτισε δίπλα του και άγγιξε τα φύλλα του. Ένα σπάνιο άρωμα ξεχύθηκε στον αέρα... Δεν άργησε να καταλάβει ότι αυτό ήταν ένα θεϊκό σημάδια για ν' αγνωρίσει τον σταυρό του Κυρίου! Γι' αυτό τη συμβούλεψε ο άγγελος να έρθει στο Γολγοθά. 

Ο σταυρός του Βασιλιά των Βασιλέων είχε βρεθεί. Τον είχε δείξει το καταπράσινο κι ευωδιαστό αυτό λουλούδι, που από τότε ονομάστηκε βασιλικός


     **********************************************************



Ελπίζω να είχατε όλοι ένα καλό πάσχα, να εξεκουραστήκετε με τις οικογένειες και τους φίλους σας. Δυστυχώς (ή ευτυχώς) τώρα και πάλι κεφάλια μέσα. Η πρωτομαγιά δεν αργεί (αν σας παρηγορεί). 

Καλήν εβδομάδαν εύχομαι! 





Forrest Gump Theme by Alan Silvestri




Monday, 6 April 2015

Το Νερό της Ζωής

Κάπου ανάμεσα στις χίλιες και βιντεοκασσέτες που έχουμε στο σπίτι, μου είχε καρφωθεί μια ανάμνηση μιας κινηματογραφικής τηλεταινίας από τα τέλη της δεκαετίας του '80. Ήταν ένα παραμύθι και θυμώμουν αμυδρά κάποιες σκηνές. Ψάχνωντας λοιπόν μανιωδώς εδώ και κάποιες εβδομάδες βρήκα τελικά την τηλεταινία. Ήταν ένα παραμύθι από τους Αδελφούς Γκριμ. Η τηλεταινία είναι Σλοβακικο-Τσεχικο-Γερμανικής παραγωγής και υπάρχει (και αυτή) στο YouTube στα Γερμανικά (για όσους ξέρουν και θέλουν να την δουν). Δεν είναι και το καλύτερο adaptation in the world, αλλά είναι μια καλή ιστορία για έναν πατέρα και τρεις γιους (και πάλι - πολλά ψέγματα του Βασιλιά Ληρ, αλλά τι να κάνουμε; Αφού πουλάει σαν ιστορία).




Το Nερό της Zωής (των Aδελφών Grimm) 

   Ήταν κάποτε ένας βασιλιάς που ήταν βαριά άρρωστος και κανείς δεν πίστευε ότι θα κατόρθωνε να ξαναγίνει καλά. Ο βασιλιάς είχε τρεις γιους που ήταν θλιμμένοι για τον πατέρα τους και κατέβαιναν κάθε μέρα στην αυλή του παλατιού και έκλαιγαν. Τότε τους συνάντησε ένας γέρος και τους ρώτησε τι ήταν αυτό που τους απασχολούσε. Οι πρίγκιπες του είπαν για τον πατέρα τους, ότι ήταν τόσο άρρωστος δηλαδή που θα πέθαινε και κανείς δεν μπορούσε να τον βοηθήσει. «Ξέρω έναν τρόπο» λέει τότε ο γέρος «είναι το νερό της ζωής. Όποιος πιει από αυτό ξαναγίνεται υγιείς, αλλά είναι πολύ δύσκολο να το βρεις!» Ο μεγαλύτερος από τους γιους λέει τότε: «Εγώ θα καταφέρω να το βρω» και πήγε στον άρρωστο βασιλιά. Του ζήτησε την άδεια να φύγει και να ψάξει για το νερό της ζωής, γιατί αυτό ήταν το μόνο που θα μπορούσε να τον γιατρέψει. «Όχι» απάντησε ο βασιλιάς «ο κίνδυνος είναι μεγάλος και προτιμώ να πεθάνω.» Ο γιος όμως παρακαλούσε τόσο επίμονα που τελικά ο βασιλιάς έδωσε την συγκατάβασή του. Ο πρίγκιπας ωστόσο σκεφτόταν: «Αν καταφέρω και φέρω το νερό, τότε θα είμαι ο αγαπημένος του πατέρα μου και έτσι θα κληρονομήσω το βασίλειο!»
   Αμέσως ξεκίνησε και αφού είχε ιππεύσει για αρκετό διάστημα, βρήκε έναν νάνο στο δρόμο του ο οποίος του φώναξε: «Για που το έβαλες τόσο βιαστικός;» «Χαζέ κοντοστούπη» απάντησε περήφανα ο πρίγκιπας «δεν θα σου δώσω αναφορά» και συνέχισε με το άλογο του. Ο μικρός άνθρωπος θύμωσε και μουρμούρισε κάποια μάγια. Μετά από λίγο ο πρίγκιπας έφτασε σε μια χαράδρα που βρισκόταν ανάμεσα σε δύο βουνά και όσο περισσότερο προχωρούσε τόσο στενότερη γινόταν. Τελικά το πέρασμα στένεψε τόσο πολύ που δεν μπορούσε να προχωρήσει ούτε βήμα, ούτε μπορούσε να γυρίσει το άλογο ή να κατεβεί από την σέλα, έτσι έμεινε εκεί εγκλωβισμένος.
   Ο βασιλιάς τον περίμενε για καιρό αλλά ο πρίγκιπας δεν επέστρεφε. Τότε του μίλησε ο δεύτερος γιος: «Πατέρα, άφησε με να πάω να φέρω εγώ το νερό της ζωής!» Ο δευτερότοκος σκεφτόταν ότι αν είχε πεθάνει ο αδερφός του, τότε θα κληρονομούσε αυτός το βασίλειο. Ο πατέρας αρχικά δεν ήθελε να τον αφήσει καθώς όμως ο πρίγκιπας επέμενε πολύ, αναγκάστηκε να του το επιτρέψει. Ο πρίγκιπας πήρε τον ίδιο δρόμο με τον αδερφό του και συνάντησε τον νάνο που τον ρώτησε γιατί βιαζόταν τόσο. «Ασήμαντε κοντοστούπη,» του απάντησε ο πρίγκιπας «δεν θα σου δώσω αναφορά!» και συνέχισε το ταξίδι με το άλογο του, χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Αλλά ο νάνος μουρμούρισε και πάλι μαγικά.      Έτσι ο πρίγκιπας κατέληξε όμοια με τον αδερφό του σε μια χαράδρα ανάμεσα σε δύο βουνά από όπου δεν μπορούσε να πάει ούτε μπρος ούτε πίσω! Αυτή είναι η μοίρα των αλαζόνων.
   Αφού εξαφανίστηκε και ο δεύτερος αδερφός, προθυμοποιήθηκε ο νεότερος να πάει να φέρει το νερό της ζωής. Μετά τις πρώτες αντιρρήσεις ο βασιλιάς τον άφησε να ξεκινήσει. Όταν συνάντησε τον νάνο και εκείνος ρώτησε που πήγαινε με τόση βιασύνη, αυτός δεν φέρθηκε όπως τα αδέρφια του, αλλά σταμάτησε και του απάντησε: «ψάχνω για το νερό της ζωής, καθώς ο πατέρας μου είναι ετοιμοθάνατος!» «Ξέρεις που θα το βρεις;» ρώτησε ο νάνος. «Όχι» απάντησε ο πρίγκιπας. «Επειδή φέρθηκες όπως αρμόζει, και όχι αλαζονικά όπως τα ψεύτικα τα αδέρφια σου, θα σου δώσω την πληροφορία για το πως θα φτάσεις στο νερό της ζωής. Αναβλύζει από μία πηγή στην αυλή ενός μαγεμένου παλατιού, αλλά δεν θα μπορέσεις να μπεις πα αν δεν σου δώσω μια σιδερένια μαγκούρα και δύο καρβέλια ψωμί. Με την μαγκούρα να χτυπήσεις τρεις φορές την σιδερένια κλειδαριά της πύλης και τότε αυτή θα ανοίξει. Μέσα θα δεις ξαπλωμένα δύο λιοντάρια τα οποία θα βρυχηθούν, αλλά αν δώσεις στο καθένα ένα καρβέλι ψωμί τότε θα ησυχάσουν. Μετά να βιαστείς και να πας να πάρεις το νερό της ζωής πριν το ρολόι χτυπήσει δώδεκα, γιατί τότε θα ξανακλείσει η πύλη και θα κλειστείς μέσα.» Ο πρίγκιπας τον ευχαρίστησε, πήρε την μαγκούρα και τα ψωμιά και ξεκίνησε για το μαγεμένο παλάτι.
   Όταν έφτασε στο μαγεμένο παλάτι τα βρήκε όλα όπως του τα είπε ο νάνος. Η πύλη άνοιξε με το τρίτο χτύπημα της μαγκούρας και όταν ηρέμησε τα λιοντάρια με το ψωμί, μπήκε στο παλάτι.
  Εκεί βρέθηκε σε μία μεγάλη αίθουσα όπου καθόταν ακίνητοι μερικοί μαγεμένοι πρίγκιπες. Αφού τους πήρε τα δαχτυλίδια, παρακάτω βρήκε και πήρε ένα σπαθί και ένα ψωμί Μετά έφτασε σε ένα δωμάτιο στο οποίο βρισκόταν μια πανέμορφη κοπέλα που του χαμογέλασε και τον φίλησε. Η κοπέλα του είπε ότι την είχε λυτρώσει και πως αν επέστρεφε σε ένα χρόνο θα του έδινε το βασίλειο της και θα παντρευόταν. Μετά του αποκάλυψε που ήταν το πηγάδι με το νερό της ζωής και ότι θα έπρεπε να βιαστεί για να πάρει από αυτό πριν το ρολόι χτυπήσει δώδεκα.
  Ο πρίγκιπας συνέχισε την αναζήτηση του και έφτασε σε ένα δωμάτιο στο οποίο βρήκε ένα φρεσκοστρωμένο κρεβάτι και επειδή ήταν κουρασμένος είπε να καθίσει και να ξεκουραστεί για λίγο. Έτσι ξάπλωσε και τον πήρε αμέσως ο ύπνος. Όταν ξύπνησε το ρολόι χτυπούσε δώδεκα παρά τέταρτο. Τότε πετάχτηκε από το κρεβάτι τρομαγμένος και έτρεξε μέχρι το πηγάδι, έβαλε νερό σε ένα κύπελλο το οποίο βρισκόταν παραδίπλα και έφυγε τρέχοντας. Την ώρα που περνούσε από την σιδερένια πύλη το ρολόι χτύπησε δώδεκα και η πύλη έκλεισε με δύναμη έτσι ώστε να του κόψει λίγο από την φτέρνα του. Ήταν όμως χαρούμενος που είχε πάρει το νερό της ζωής και ξεκίνησε για να επιστρέψει στο σπίτι του.
  Στο δρόμο της επιστροφής συνάντησε πάλι τον νάνο και όταν αυτός είδε το σπαθί και το ψωμί, του λέει: «αυτά τα λάφυρα σου δίνουν μεγάλο πλεονέκτημα, με αυτό το σπαθί μπορείς να νικήσεις στρατούς ολόκληρους και αυτό το ψωμί δεν τελειώνει ποτέ!» Ο πρίγκιπας δεν ήθελε να επιστρέψει χωρίς τα αδέρφια του στο παλάτι και έτσι ρώτησε τον νάνο: «αγαπητέ νάνε, μήπως μπορείς να μου πεις που είναι τα αδέρφια μου; ξεκίνησαν νωρίτερα από μένα για να βρουν το νερό της ζωής και δεν έχουν επιστρέψει.» «Είναι εγκλωβισμένοι ανάμεσα σε δύο βουνά» απάντησε ο νάνος «εγώ ο ίδιος τους εγκλώβισα εκεί επειδή ήταν αλαζόνες.» Τότε ο πρίγκιπας θερμοπαρακάλεσε το νάνο να αφήσει τα αδέρφια του και παρά τις αρχικές αντιρρήσεις τελικά τον έπεισε. Ο νάνος όμως τον προειδοποίησε: «φυλάξου από τα αδέρφια σου γιατί έχουν κακή ψυχή!»
   Όταν ήρθαν τα αδέρφια του, χάρηκε και τους διηγήθηκε τι του συνέβη. Τους είπε ότι βρήκε το νερό της ζωής και ότι πήρε μαζί του ένα ολόκληρο κύπελλο. Επίσης τους είπε ότι ελευθέρωσε μία όμορφη πριγκίπισσα η οποία θα τον περίμενε για έναν ολόκληρο χρόνο. Μετά θα παντρευόταν και θα αποκτούσε ένα μεγάλο βασίλειο.
  Τα τρία αδέρφια αφού πήραν τα άλογα τους, ξεκίνησαν για το ταξίδι της επιστροφής. Στο δρόμο έφτασαν σε ένα βασίλειο στο οποίο υπήρχε πείνα και πόλεμος. Η ανέχεια ήταν τόσο μεγάλη που ο τοπικός βασιλιάς νόμιζε ότι η χώρα του θα αφανιζόταν. Ο πρίγκιπας πήγε και τον συνάντησε για να του δώσει το ψωμί και σπαθί του. Με το ψωμί ο βασιλιάς μπόρεσε να ταΐσει όλο του το βασίλειο, ενώ με το σπαθί κέρδισε ολόκληρο τον στρατό των εχθρών του. Μετά ο πρίγκιπας πήρε πίσω το ψωμί και το σπαθί του και προχώρησε μαζί με τα αδέρφια του. Πέρασαν από δυο άλλες χώρες, στις οποίες επικρατούσε η πείνα και ο πόλεμος. Κάθε φορά ο πρίγκιπας έδινε στους βασιλιάδες το ψωμί και το σπαθί του και έτσι έσωσε τρία βασίλεια.
  Τελικά οι πρίγκιπες πήραν ένα πλοίο για να διασχίσουν την θάλασσα. Κατά την διάρκεια της διαδρομής με το πλοίο, τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια έλεγαν μεταξύ τους: «ο μικρός βρήκε το νερό της ζωής ενώ εμείς αποτύχαμε, έτσι ο πατέρας θα του δώσει το βασίλειο το οποίο κανονικά μας ανήκει!» Αφού σκέφτηκαν αποφάσισαν να υπονομεύσουν τον μικρότερο αδερφό. Περίμεναν και όταν ο νεαρός πρίγκιπας αποκοιμήθηκε, άδειασαν το νερό της ζωής από το κύπελλο του σε δικό τους δοχείο και στο δικό του κύπελλο έβαλαν αλμυρό θαλασσινό νερό.
   ‘Οταν έφτασαν στο παλάτι, ο μικρός έδωσε στον βασιλιά το κύπελλο του, για να πιει και να γίνει καλά. Μόλις όμως ο βασιλιάς ήπιε λίγο από το θαλασσινό νερό, αρρώστησε περισσότερο από ότι πριν. Καθώς άρχισε να διαμαρτύρεται για την επιδείνωση της υγείας του, ήρθαν οι δύο μεαλύτεροι γιοι και κατηγόρησαν τον μικρότερο ότι ήθελε να δηλητηριάσει τον πατέρα τους. Τότε ισχυρίστηκαν ότι αυτοί έφεραν το πραγματικό νερό της ζωής και του το έδωσαν.Μόλις ήπιε λίγο από αυτό ο βασιλιάς, αισθανθηκε να του περνάει η αρρώστια του και έγινε δυνατός και υγιείς όπως όταν ήταν νέος.
  Οι δύο μεγαλύτεροι αδερφοί έπιασαν παράμερα τον μικρότερο και τον κορόιδευαν λέγοντας του: «μπορεί να βρήκες το νερό της ζωής, αλλά εσύ έκανες τον κόπο και εμείς πήραμε την αμοιβή. Θα έπρεπε να ήσουν εξυπνότερος και να είχες τα μάτια σου ανοιχτά. Σου πήραμε το νερό όσο ήμασταν στην θάλασσα, και όταν περάσει ο χρόνος ένας από μας θα πάρει την όμορφη βασιλοπούλα. Πρόσεχε όμως να μη προδώσεις τίποτα από όλα αυτά στο πατέρα, γιατί έτσι και αλλιώς δεν θα πιστέψει. Αν του πεις έστω και μία κουβέντα θα χάσεις και την ζωή σου, αν δεν μιλήσεις όμως τότε θα σου την χαρίσουμε!»
  Ο βασιλιάς ήταν θυμωμένος με τον μικρότερο γιο του, καθώς πίστευε ότι ήθελε να τον σκοτώσει. Έτσι ζήτησε να συγκεντρωθεί η αυλή του και τους ανακοίνωσε την απόφαση του, να βάλει να σκοτώσουν τον πρίγκιπα. Μια μέρα που ο πρίγκιπας πήγε ανυποψίαστος για κυνήγι τον ακολούθησε ο κυνηγός του βασιλιά. Όταν έφτασαν στο δάσος και ήταν πια οι δυο τους, ο πρίγκιπας παρατήρησε ότι ο κυνηγός ήταν πολύ λυπημένος. «Καλέ μου κυνηγέ, τι έχεις;» τον ρωτάει ο πρίγκιπας. «Δεν μου επιτρέπεται να πω και όμως πρέπει να το κάνω!» απάντησε ο κυνηγός.
   Τότε ο πρίγκιπας του λέει: «πες μου τι είναι και θα σου το συγχωρήσω.» «Ο βασιλιάς με διέταξε να σας πυροβολήσω και να σας σκοτώσω» είπε τότε ο κυνηγός. Το βασιλόπουλο τρόμαξε: «καλέ μου κυνηγέ, άσε με να ζήσω. Θα σου δώσω τα βασιλικά μου ρούχα, δώσε μου και εσύ τα δικά σου.» «Ευχαρίστως να το κάνω» απάντησε ο κυνηγός «έτσι και αλλιώς δεν το πάει η καρδιά μου να σας σκοτώσω.» Αφού αντάλλαξαν τα ρούχα τους ο κυνηγός επέστρεψε στο σπίτι του, αλλά ο πρίγκιπας συνέχισε να προχωράει μέσα στο δάσος.
Μετά από λίγο καιρό, έφτασαν στον γέρο βασιλιά τρεις άμαξες με χρυσό και πολύτιμους λίθους για τον μικρότερο γιο του. Τις είχαν στείλει οι τρεις βασιλιάδες που είχαν νικήσει τους εχθρούς τους με το σπαθί του πρίγκιπα και είχαν θρέψει τον λαό τους με το ψωμί του. Με το τρόπο αυτό ήθελαν να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους. Τότε ο γέρος βασιλιάς σκέφτηκε: «μήπως ο γιος μου ήταν αθώος;» και απευθυνόμενος στους έμπιστους του είπε: «μακάρι να ήταν ακόμη ζωντανός, πόσο στεναχωριέμαι που διέταξα να τον σκοτώσουν.» «Είναι ζωντανός» είπε ο κυνηγός «δεν το πήγε η καρδιά μου να εκπληρώσω την εντολή σας» και διηγήθηκε στον βασιλιά τι συνέβη. Τότε ο πατέρας ανακουφίστηκε και έδωσε εντολή να ανακοινωθεί σε όλο του το βασίλειο, ότι περίμενε τον γιο του να επιστρέψει και ότι θα του έδειχνε έλεος.
  Εντωμεταξύ η βασιλοπούλα, ζήτησε να φτιάξουν έναν λαμπερό δρόμο από χρυσάφι που θα οδηγούσε ακριβώς μπροστά από την πύλη του παλατιού. Μετά είπε στους φύλακες να προσέχουν ποιος θα ερχόταν στο παλάτι. Μόνο αυτός που θα διάνυε τον δρόμο απευθείας προς το παλάτι, θα ήταν στην πραγματικότητα αυτός που την είχε λυτρώσει. Οποιοσδήποτε άλλος που θα περπατούσε δίπλα από τον δρόμο αποφεύγοντας να πατήσει το χρυσάφι, δεν θα ήταν ο πραγματικός πρίγκιπας και δεν θα έπρεπε να του επιτραπεί η είσοδος.
  Αφού λοιπόν είχε περάσει σχεδόν ένας χρόνος, ο μεγαλύτερος αδερφός σκέφτηκε να πάει στην βασιλοπούλα και να τις πει ότι είναι ο λυτρωτής της. Τότε θα την έπαιρνε για σύζυγο και θα αποκτούσε το βασίλειο. Ξεκίνησε και όταν έφτασε μπροστά στο παλάτι και αντίκρισε τον χρυσό δρόμο σκέφτηκε: «τι κρίμα να ανέβει το άλογο πάνω στο χρυσάφι.» Έτσι έστριψε και οδήγησε το άλογο δεξιά δίπλα από τον δρόμο. Μόλις όμως έφτασε στην πύλη, οι φύλακες του είπαν ότι δεν είναι ο αληθινός πρίγκιπας και τον έδιωξαν. Μετά από λίγο ξεκίνησε ο δεύτερος αδερφός για να πάει στην πριγκίπισσα. Μόλις έφτασε στο παλάτι και το άλογο του έκανε το πρώτο βήμα πάνω στο χρυσάφι σκέφτηκε: «τι κρίμα, το άλογο μπορεί να σπάσει κανένα κομμάτι του χρυσαφιού» και έτσι έστριψε το άλογο και προχώρησε αριστερά πλάι από τον δρόμο. Μόλις όμως έφτασε στην πύλη, οι φύλακες έδιωξαν και αυτόν το πρίγκιπα λέγοντας του ότι δεν είναι ο πραγματικός.
  Όταν επιτέλους συμπληρώθηκε ολόκληρος ο χρόνος από την τελευταία του επίσκεψη, θέλησε και ο τρίτος αδερφός, που τώρα ζούσε στο δάσος, να πάει στην αγαπημένη του και να ξεχάσει τα πάθη του. Ξεκίνησε λοιπόν και σε όλο το δρόμο δε σκεφτόταν τίποτε άλλο παρά μόνο πότε θα βρεθεί κοντά της. Έτσι όταν έφτασε, ούτε που πρόσεξε το χρυσάφι στο δρόμο. Το άλογο του πέρασε απευθείας πάνω από τον δρόμο και όταν έφτασε μπροστά στην πύλη, αυτή άνοιξε και η βασιλοπούλα τον υποδέχτηκε με χαρές. Του είπε ότι αυτός είναι ο λυτρωτής της και αφέντης του βασιλείου. Σύντομα παντρεύτηκαν με όλες τις τιμές.
   Μόλις τελείωσαν οι γιορτές του γάμου, η βασιλοπούλα είπε στον πρίγκιπα ότι ο πατέρας του ζήτησε να τον δει και ότι τον είχε συγχωρέσει. Τότε ο πρίγκιπας πήγε στον πατέρα του και του είπε ότι είχε συμβεί, πως τον κορόιδεψαν τα αδέρφια του και πως τον ανάγκασαν να σωπάσει. Ο γέρος βασιλιάς ήθελε να τιμωρήσει του δύο μεγαλύτερους γιους του, αλλά αυτοί είχαν πάρει ένα πλοίο, έφυγαν μακριά και δεν επέστρεψαν σε όλη τους τη ζωή.


            *******************************************************************



Πιο κάτω σας βάζω και το βιντεάκι με την τηλεταινία (στα Γερμανικά είπαμε!). Εγώ και Γερμανικά να μην ξέρω πάλι θα την έβλεπα (γιατί είμαι beyond help!). 

Και για όσους θέλουν και την ιστορία στα αγγλικά, πάρτε και ένα λινκ πιο κάτω:



Νομίζω η εβδομάδα αυτή με εμπνέει οπόταν καθόλου παράξενο να γράψω και μεσοβδόμαδα κανά παραμυθάκι. Έτσι για την Πασχαλιά. 


Καλήν Μεγάλη Δευτέρα! 






Das Wasser des Lebens (1988)