Monday, 22 November 2010

ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ ΟΘΕΛΛΟΣ – ΘΟΚ

ΤΡΙΤΗ 16.11.2010

«Εμείς το διασκεδάσαμε. Εσείς;»

Με αυτό το ανούσιο και ειρωνικό ερώτημα ξεκίνησε η θεατρική παράσταση του Ουίλιαμ Σαίξπηρ Οθέλλος απο το Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου. Το πιο γνωστό θεατρικό έργο του μεγάλου Άγγλου θεατρικού συγγραφέα που ασχολείται τόσο έντονα με το θέμα της συζυγικής ζήλειας, τη προδοσία και τη δολοπλοκία ήρθε να μας βάλει καρφιά και να μας σταυρώσει, στη κυριολεξία και μη, στο πως παίζεται ο Σαίξπηρ στη Κύπρο την προηγούμενη Τρίτη 16.11.2010.

Παρακαλώ υπομείνετε, παραθέτω «τρανταχτά» επιχειρήματα για την προαναφερθείσα σφαγή:

Καταρχάς θα ήταν άδικο να μην αναφέρω ότι δεν υπήρχε μια άλφα προκατάληψη απο μέρος μου καθώς περνούσα το κατώφλι του θεάτρου Ριάλτο για να παρακολουθήσω τη παράσταση του Νίκου Χαραλάμπους. Παρ’ όλα αυτά, ήθελα να κρατήσω μια θετική στάση και να μη δώσω χώρο στη προκατάληψη μου απο το να μην απολαύσω την εξαίσια ποίηση και μαεστρία του μεγάλου Σαίξπηρ.

Μπαίνω στην αίθουσα ακροατηρίου και αντικρίζω τα μινιμαλιστικά σκηνικά. Ένα κάτασπρο βάθρο με κόκκινο φόντο στο βάθος και δυο μεγάλες οθόνες προτζέκτορ πάνω ψηλά. Τι άραγε να θέλει ο Σαίξπηρ με τα προτζέκτορ; Λίγο αταίριαστα ήταν η πρώτη μου σκέψη. Τα σκηνικά παρέμειναν τα ίδια καθ' όλη τη διαρκεί του θεατρικού έργου με εξαίρεση τη πρώτη και τη τελευταία πράξη όπου χρειάστηκαν οι καρέκλες για το συμβούλιο της Βενετίας και το κρεβάτι της Δυσδαιμόνας στο τέλος. Σε αναφορά που έχει κάνει ο ίδιος ο ΘΟΚ στο πρόγραμμα του τα σκηνικά εμπνεύστηκαν ή είχαν τέλος πάντων μια δόση έμπνευσης απο το μοντερνιστικό στιλιζάρισμα του Αντονέν Αρτώ, σκηνογράφου και θεατρικού σκηνοθέτη στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο μινιμαλισμός να εκπέμπει το Θέατρο της Σκληρότητας σε όλο του το μεγαλείο και ο Σαίξπηρ με μοντερνιστικές τάσεις αν και η σκηνογραφία του Αρτώ εξυμνούσε περισσότερο το παράλογο και το σουρεαλιστικό παρά το ψυχρό και μοντερνιστικό σκηνικό. ΟΚ, όλα είναι δίκαια και αποδεκτά λέω και εγώ στο θέατρο. Οι φήμες για εμπλουτισμό κυπριακών στοιχείων προφανώς δε θα ήταν βασισμένες πάνω στα σκηνικά τους. Και αρχίζει η παράσταση!

Αφήνοντας τη προσωπική επιλογή του σκηνοθέτη και του σκηνογράφου στο περιθώριο, μετά λύπης μου διαπίστωσα πολύ σύντομα μετά την έναρξη της παράστασης ότι και η επιλογή κουστουμιών δεν ανταποκρινόταν κατ’ ούδενα λόγω στη τραγικότητα αυτού του υπέροχου θεατρικού έργου αλλά ούτε και φάνηκε αντάξιο προς το μεγαλείο της δραματοποίησης της ιστορίας. Η ενδυματολογία δε φάνηκε ισάξια για να εμπλουτίσει και να βοηθήσει το κοινό αλλά ούτε και τους ηθοποιούς στην εξέλιξη της ιστορίας. Το να διαλέγεις να κάνεις Σαίξπηρ με μοντερνιστικά κουστούμια και να έχεις πνίξει το μισό σου θίασο στο μαύρο πέτσινο ένδυμα δεν είναι ούτε πρακτικό, ούτε αισθητικά όμορφο ούτε ιδιαίτερα Σαιξπηρικό ή κυπριακό, πράγμα που επί προσωπικής άποψης οδήγησε προς την απόλυτη αποτυχία επιλογής των κουστουμιών. Οι δε γυναίκες ήταν κάτι μεταξύ στρατηγών και πορνίδιων με αμφιέσεις που θύμιζαν περισσότερο τη καρνάβαλο παρά θεατρικό του Σαίξπηρ. Η δε Δυσδαιμόνα, κλασσικά ντυμένη στα άσπρα μιας και είναι η προσωποποίηση της αγνότητας και της αθωότητας, που ίσως όμως αχρείαστα εμπλουτιστικέ με ένα κόκκινο ολόσωμο, πιθανότατα για να δώσουν το υπόγειο μήνυμα ότι μπορεί και να υπήρχε μια άλλη όψη της, που λειτουργούσε υποσυνείδητα. Η Εμίλια, η αντιπροσωπευτική όψη της ανδρογενούς γυναίκας που είναι έρμαιο στις προσταγές του άντρα της, που όμως έκρυβε μια πονηρή όψη για το τι η ίδια θεωρούσε απιστία και τι όχι, ήταν ντυμένη σαν γιν-γανκ, μαύρο-κόκκινο για να μας δείξει αυτή την ισορροπία στη φύσης της. Και τέλος το γυναικείο καρέ ήρθε να συμπληρώσει η Μπιάνκα, η οποία αντιπροσώπευε όλες τις έκφυλες γυναίκες της εποχής, οπότε το πιο κλασσικό και κατάλληλο ήταν φυσικά να είναι ντυμένη στα κόκκινα, μόνο που η «αμφίεση» της Θέας Χριστοδουλίδου, η οποία ερμήνευε το ρόλο της Μπιάνκας, ήταν ντυμένη σαν η χειρότερη έκδοση της αμφίεσης της Lady Gaga στα Αμερικάνικα Μουσικά Βραβεία το 2009. Η ενδυμασία των διάφορων κομπάρσων ήρθε να βάλει το κερασάκι στη τούρτα, μιας και εξ αρχής η ενδυμασία του κατάδικου/θαλασσοπόρου/ στρατιώτη θύμιζε περισσότερο την αμφίεση του κατάδικου Ντάστιν Χόφμαν στον Πεταλούδα παρά για στρατιώτες. Οι δε μάσκες του Scream ήρθαν απλά να επιβεβαιώσουν την ανίδεη και απλά βλακώδες πορεία της όλη ενδυματολογίας του θεατρικού.

Ευτυχώς που ο Σαίξπηρ είναι ήδη έξι μέτρα κάτω απο τη γη γιατί εάν έβλεπε αυτή την ενδυματολογική τερατουργία σε μια απο τις πιο σημαντικές του τραγωδίες, πιθανότατα να έσκαβε μόνος του το λάκκο και να έμπαινε έξι μέτρα κάτω απο τη γη απο τη ντροπή του.

Αφήνοντας και την προσωπική επιλογή του σκηνοθέτη και της/του ενδυματολόγου πίσω, όλες μου οι προσδοκίες τώρα εναποτέθηκαν στις ερμηνείες. Και θα αρχίσω από την οικογενειακή υπόθεση: ως γνωστών στη μικρή μας νήσο το κρατικό θέατρο όπως και οι περισσότεροι κρατικοί ή ημικρατικοί οργανισμοί είναι οικογενειακή υπόθεση. Ο ξάδελφος του αδελφού του συμπέθερου του περιπτερά μου, ένα πράγμα, ήθελε να γίνει ηθοποιός γι αυτό και τώρα έχει το πρωταγωνιστικό ρόλο στη τελευταία Σαιξπηρική παράσταση του ΘΟΚ. Κάπως έτσι ήταν και η Δυσδαιμόνα σε αυτή τη περίπτωση. Η καλή μας Νιόβη Χαραλάμπους που όλοι στην απο μέσα μεριά θα υποστηρίξουν μέχρι θανάτου ότι η ίδια άξιζε το ρόλο και το πήρε, και όχι επειδή ο πατέρας της είναι ο σκηνοθέτης της παράστασης, είχε το πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτή τη «τραγωδία». Αψηφώντας και αυτή τη μικρή, και καθόλου ειρωνική σύμπτωση, θα αναφερθώ και θα σχολιάσω μόνο την ερμηνεία κρίνοντας την με αντικειμενικότητα και ανοιχτό μυαλό. Η ηθοποιός που υποδυόταν τη Δυσδαιμόνα απο προσωπική οπτική γωνία με άφησε πλήρως και παντελώς ασυγκίνητη. Η θρυλική και πιο αντιπροσωπευτική απεικόνιση της αγνότητας και καλοσύνης σε όλα τα έργα του Σαίξπηρ σφαγιάστηκε το βράδυ της Τρίτης, και φαντάζομαι και της Τετάρτης, στο Θέατρο Ριάλτο. Ούτε τρίχες ανέβηκαν, ούτε συμπόνια και εμπάθεια αισθάνθηκα καθώς έσφιγγε το λαιμό της ο Οθέλλος αφαιρώντας της τη ζωή, ούτε καν αδικία γι αυτό που της συνέβηκε. Ο λόγος; Ο λόγος είναι ότι η ηθοποιός δεν ήταν ότι καλύτερο μπορούσε να τύχει ερμηνευτικά σε αυτό το συγκεκριμένο ρόλο, μιας και η ηθοποιός δεν ποίησε καθόλου το ήθος και απλά απάγγελε τα λόγια της απο βαρεμάρα σαν σε σχολική παράσταση.

Τον όμορφο αυτό θίασο ήρθε να εμπλουτίσει η πολύ πομπώδες ερμηνεία του Οθέλλου. Ο Νεοκλής Νεοκλέους, καταξιωμένος κύπριος ηθοποιός και χρόνια τώρα στο επάγγελμα και της κυπριακής «σόου μπίζνες», απέδειξε για ακόμη μια φορά πως ακόμα και η πιο τραγικοί ρόλοι μπορούν να μετατραπούν σε παρωδία με το να υποκριθούμε ότι πιστεύουμε στη ψευδαίσθηση της ηθοποιίας. Αφού έκανε το ρόλο του Οθέλλου κουρελού, ο κος Νεοκλέους απογοήτευσε οικτρά στη Τέταρτη και Πέμπτη Πράξη ειδικά, οι οποίες είναι οι πιο τραγικές στιγμές του ρόλου μιας και τότε βλέπουμε το μέγεθος της ανιμαλιστικότητας του Οθέλλου. Στις στιγμές όπου πραγματικά χρειαζόταν να φωνάξει και να βγάλει όλο το ζωώδες πάθος και παραλογισμό του πιο γνωστού Μαυριτανού στο θεατρικό κόσμο, ο κος Νεοκλέους αποφάσισε, ή ίσως άλλοι αποφάσισαν γι αυτόν, να ησυχάσει, και τις στιγμές που πραγματικά χρειαζόταν να δώσει έμφαση και δυναμική στα λόγια του, ο ερμηνευτής και πάλι τραγάνισε τα λόγια του μέσα απο ένα αλλόκοτο ξέσπασμα σπασμωδικής φωνής χωρίς να καταλαβαίνει καν ο ίδιος ποιος ήταν ο λόγος που ούρλιαζε τα λόγια του τη συγκεκριμένη στιγμή. Μήπως ο ερμηνευτής απλά δε κατάλαβε τη τραγικότητα στο ρόλο του Οθέλλου; Η απλά αποφάσισε να αγνοήσει τις επί τετρακοσίων χρονών υποδείξεις του συγγραφέα για το που έπρεπε να δώσει κρεσέντο φωνής και που απλά να σκάσει; Το τέλος του ήταν απλά τραγικό, για κλάματα θα μπορούσε να πει κανείς, αλλά κλάματα αηδίας και όχι τραγικότητας.

Η Αγία Τριάδα της υποκριτικής αποτυχίας κλείνει με το ρόλο του Ιάγου, που ερμήνευε η Ελληνίδα ηθοποιός, Στέλλα Φυρογένη. Γούστο του και καμάρι του του κου. Χαραλάμπους να διαλέξει να βάλει γυναίκα για ένα τόσο δυνατό ρόλο, αν και νομίζω ότι στην απόφαση του αυτή ο σκηνοθέτης έφθασε μιας και ίσως να μην υπήρχαν αρκετά «ικανά» αρσενικά ερμηνευτικά αποθέματα στον Θεατρικό Οργανισμό που να μπορούσαν να υποδυθούν ένα τόσο περίπλοκο και δύσκολο ρόλο όπως ο Ιάγος.

(Και εδώ θα ήθελα να μου επιτραπεί μια μικρή παρένθεση για να παραπονεθώ και να τα χώσω στον Θεατρικό Οργανισμό που έχει ανακυκλώσει τα ίδια και τα ίδια χούφταλα απο το 1970,80 και 90 και δεν αφήνει χώρο σε νέα υποκριτικά ταλέντα να εισχωρήσουν στον χώρο γιατί απλά δεν έχουν κάποιο συγγενή να τους κάνει αυτό το κονέ ή την εύκολη ένταξη στο χώρο. Χαλόου είναι 2010 και καιρός πλέον να κλείσει η υποκριτική πρωταγωνιστική θύρα σε άτομα που δεν τους αξίζουν οι ρόλοι. Κλείνει η παρένθεση και συνεχίζω με την εκθειασμένη υποκριτική της κας. Φυρογένη.)

Πολύ καλή ερμηνευτικά και πάντοτε δυνατή στις ερμηνείες της η κα. Φυρογένη κάνει επανειλημμένα το εξής τραγικό τεχνικό λάθος; ΒΙΑΖΕΤΑΙ! Τι βιάζεσαι να πεις τα λόγια σου κοπέλα μου; Σε κυνηγάει μήπως ο Μαυριτανός από πίσω και βιάζεσαι να ξεστομίσεις τους μονολόγους σου; Ο συγκεκριμένος ρόλος και οι συγκεκριμένοι μονόλογοι γράφτηκαν για να αποδοθούν με καθαρότητα, διαύγεια στο λόγο και αμεσότητα με το ίδιο σου το κοινό. Αυτό δε συνέβηκε στη περίπτωση του συγκεκριμένου Ιάγου. Έπιανε τους μονολόγους μονότερμα η κα. Φυρογένη και απλά μασούσε τα λόγια δολοπλοκίας του Ιάγου. Το επίσης άστοχο τεχνικό τέχνασμα που σκαρφίστηκαν η κα. Φυρογένη, ο σκηνοθέτης και πιθανότητα όλη η τεχνική ομάδα του θιάσου,ήταν να βάλουν τους πιο διάσημους μακιαβελικούς μονόλογους σε προτζέκτορ. Και πάλι θα ήταν καλό να τρέξουμε και να αναζητήσουμε τις συμβουλές του συγγραφέα για το τι είναι ο μονόλογος, και ειδικά ένας μονόλογος ενός χαρακτήρα σαν τον Ιάγο. Μονόλογος είναι να μπορεί ο θεατρικός σου χαρακτήρας να μοιράζεται τις πιο βαθιές και ψυχολογικά φορτισμένες του σκέψεις με το κοινό του. Να υπάρχει αυτή η εχεμύθεια μεταξύ ακροατή και ερμηνευτή, να υπάρχει η εμπιστοσύνη και η αλληλοκατανόηση και όχι να σου δίνετε ένας μονόλογος μέσα από προτζέκτορ μιας γιγαντοοθόνης για να φαίνονται οι εκφράσεις του ηθοποιού. Ο πρωταρχικός σκοπός της ύπαρξης του θεατρικού ηθοποιού, που ερμηνεύει ένα Σαιξπηρικό ρόλο ειδικά: να μπορεί να αποδώσει με λεκτικό τρόπο όλα τα μηνύματα χωρίς να χρειάζεται το θεατρικό του κοινό να εντοπίσει όλες του τις εκφράσεις στο πρόσωπο του. Αυτό νομίζω πως δεν γίνετε ιδιαίτερα κατανοητό από τους «ηθο-ποιούς» του ΘΟΚ.

Αφήνοντας και την βεβιασμένη ερμηνεία της κας. Φυρογένης πίσω μας, θα ήταν καλό να αναφερθούμε και στην ερμηνεία των δευτερεύον ρόλων στο θεατρικό. Ας αρχίσουμε από την Έλενα Παπαδοπούλου, ή οποία κλήθηκε να ερμηνεύσει το ρόλο της Εμίλιας, της γυναίκας του Ιάγου. Ο ρόλος όχι μόνο δεινοπάθησε στα χέρια της αλλά είμαι σίγουρη ότι θα ευχόταν να μην είχε γραφτεί εξ’ αρχής εάν ήξερε ότι κάποια μέρα θα ερμηνευόταν με τόση προχειρότητα, ελαφρότητα και απάθεια. Η Εμίλια είναι ένας από τους πιο φεμινιστικούς γυναικείους χαρακτήρες που έγραψε ο Σαίξπηρ, με περίπλοκα και κρυφά στοιχεία στο χαρακτήρα της που όχι μόνο δεν εμπλουτίστηκαν στην ερμηνεία που απόδωσε η κα. Παπαδοπούλου, ούτε καν είχε το σεβασμό να αντιμετωπίσει το ρόλο με τη σοβαρότητα και τη τραγικότητα που του άξιζε. Κάθε στιγμή που άνοιγε το στόμα της για να απαγγείλει τα λόγια της ευχόμουν πότε θα έφθανε η Πέμπτη πράξη για να πεθάνει ο χαρακτήρας.

Με παρόμοια αντιμετώπιση στάθηκε μπροστά στο ρόλο της και η κα. Θέα Χιστοδουλίδου αλλά και ο Δημήτρης Κουφτερός οι οποίοι άφησαν ένα κενό απογοήτευσης με την απλά απαθής προσέγγιση στο ρόλο που τους δόθηκε να ερμηνεύσουν. Καλό θα ήταν να αναφέρουμε ότι οι υποκριτικοί γίγαντες Γιώργος Μουαΐμης και Γιώργος Βασιλείου πέρασαν από το θεατρικό σανίδι την Τρίτη το βράδυ σα να μην είχαν βγει καν επάνω στη σκηνή εξ’ αρχής. Το γενικό αυτό αίσθημα με κατάκλυσε προσωπικά για τους περισσότερους ηθο-ποιούς στη συγκεκριμένη παράσταση, μιας και όχι μόνο φάνηκαν να αδιαφορούν για τον ρόλο που ερμήνευαν αλλά ότι ούτε καν είχαν κάποιο λόγο που βρίσκονταν επάνω στο σανίδι.

Και θέτω την εξής δήλωση: Αυτό το έκτρωμα, όσο κι αν περιγράφτηκε σαν αριστούργημα, φορμαλιστικό και καινοτομία, πραγματικά εάν τολμούσε να ταξιδέψει σε θεατρικό φεστιβάλ όχι μόνο θα έτρωγε τη ντομάτα της ζωής του αλλά και σαν «κράτος και πολιτισμός» θα ντροπιαζόμασταν ανά το παγκόσμιο. Ο Σαίξπηρ δεν είναι για τα δόντια καμιάς ντίβας, και κανενός σκηνοθέτη που στο σούρουπο της καριέρας του θεώρησε πρέπον να ανεβάσει μια από τις πιο εξειδικευμένες τραγωδίες για να καυχηθεί το μεγαλείο του. Στα χέρια του κάθε ασυνείδητου σκηνοθέτη ο Σαίξπηρ είναι αδύνατον να μη καταλήξει να γίνει τίποτα άλλο από μια μεγάλη ξεροκαμμένη πατάτα. Η ταπεινότητα και η ευαισθησία που χρειαζόταν να αντιμετωπιστεί η τραγωδία του Οθέλλου δεν έπαιξε κανένα απολύτως ρόλο, παρά μόνο έμεινε στο περιθώριο η δυναμική της τραγικότητας και εκθειάστηκε ο ανούσιος εκσυγχρονισμός της Σαιξπηρικής ποίησης.

Ήντα τζαιρούς εφτάσαμε, τζαι τι άλλο θα δουν τα αμμάθκια μας μες τούντον τόπο! Καλύτερη τύχη την επόμενη φορά στον ΘΟΚ, αν και νομίζω πως με τέτοια παλιά μυαλά, μόνο παλιές ιδέες θα συνεχίσει να παράγει. Απλά το περιτύλιγμα κάθε φορά γίνεται όλο και πιο φανταχτερό!

Ευδοκία Βελούδου

18.11.2010